Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013

Στην παγίδα του χρέους




Πρέπει να φροντίζουμε να μπορούν οι άνθρωποι να αγοράζουν, ενώ, παράλληλα, πρέπει να φροντίζουμε να μπορούν οι βιομηχανίες να παράγουν – καταστάσεις που όμως εμποδίζει ο υπερδανεισμός, λόγω του ότι οι άνθρωποι δεν αγοράζουν και οι βιομηχανίες δεν παράγουν, ενώ κανένας από τους δύο δεν επενδύει” (Keynes). 

Σύμφωνα με πρόσφατη ανακοίνωση του υπουργείου οικονομικών της Αυστρίας, η χώρα θα χρειαστεί για τη διάσωση των τραπεζών της 20 δις € ή 6,6% του ΑΕΠ της – γεγονός που σημαίνει ότι, προστέθηκε ένας ακόμη ενισχυτικός εκρηκτικός μηχανισμός, στην τραπεζική βόμβα μεγατόνων που ευρίσκεται στα θεμέλια του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού συστήματος (σε συνδυασμό με την πιστωτική αξιολόγηση της Αυστρίας, η οποία πλέον απειλείται σοβαρά). Σύντομα φυσικά θα προστεθεί και η Ολλανδία στη λίστα, όπως επίσης αρκετές άλλες χώρες – με την ολική επιστροφή της κρίσης να θεωρείται μάλλον βέβαιη.
Β. Βιλιάρδος

Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, όπως έχουμε γράψει στο παρελθόν και υπενθυμίζουμε σήμερα, δεν έχουμε καμία αμφιβολία σχετικά με το ότι η ελληνική κυβέρνηση, εάν συνεχίσει την ίδια πολιτική των υποκλίσεων και της υποτέλειας, θα αποτελέσει σύντομα έναν από τους πολλούς εφιάλτες του παρελθόντος – ιδίως επειδή αδυνατεί να υιοθετήσει μία αξιοπρεπή εθνική στάση, ενώ επικεντρώνεται στο δημόσιο χρέος, όταν το πρόβλημα είναι η ύφεση και η ανεργία. Το ίδιο ίσχυε μέχρι πρότινος για την διορισμένη από τις αγορές και το τραπεζικό λόμπι ιταλική κυβέρνηση – όπως επίσης για την εκλεγμένη από ένα είδος «συλλογικής ανοησίας» ισπανική.
Όσον αφορά τώρα την πρωσική Γερμανία, η σειρά της καγκελαρίου να τοποθετηθεί στην ουρά των αποτυχημένων θα έλθει το αργότερο, όταν οι Γερμανοί Πολίτες κατανοήσουν το μέγεθος της καταστροφής στη χώρα τους – η οποία θα πληρώσει πολύ ακριβά το τίμημα των εσφαλμένων αποφάσεων που οδηγούν, αργά αλλά σταθερά, στη διάλυση της Ευρωζώνης (ας ελπίσουμε στην ελεγχόμενη, με την επιστροφή στην αφετηρία του 1999).


Περαιτέρω, εύλογα αναρωτιούνται πολλοί, σε σχέση με την Ελλάδα, για το ποιός θα μπορούσε να είναι ο διάδοχος στην εξουσία – απορρίπτοντας αρκετοί τα αντιπολιτευόμενα κόμματα, παρά το ότι δεν τοποθετήθηκαν υπέρ της λεηλασίας και της άλωσης της Ελλάδας, όπως τα συγκυβερνώντα.

Η αιτία δεν είναι τόσο οι πολιτικές διαφορές, οι οποίες υπό τις σημερινές συνθήκες μάλλον δεν αποτελούν προτεραιότητα, όσο κυρίως η έλλειψη κυβερνητικής εμπειρίας που χαρακτηρίζει όλα αυτά τα κόμματα - κάτι που είναι προφανώς εντός των πλαισίων της λογικής.

Εν τούτοις, είναι πολύ δύσκολο να θεωρηθεί λογική εκείνη η επιλογή, με βάση την οποία προτιμάται ένας έμπειρος μεν, αλλά υποταγμένος στους κυρίαρχους του παιχνιδιού και ως εκ τούτου επικίνδυνος για το συλλογικό συμφέρον καπετάνιος – ο οποίος επί πλέον δεν κρατάει το λόγο του (προεκλογικές δεσμεύσεις) και οδηγεί συνεχώς το δύστυχο καράβι στις ξέρες (νέα υφεσιακά μέτρα κλπ.), επιτρέποντας παράλληλα τη λεηλασία του (αποκρατικοποιήσεις κοινωφελών και κερδοφόρων επιχειρήσεων του δημοσίου κα.) από τους πειρατές, είτε από φόβο, είτε σκόπιμα, είτε από ανικανότητα.

Εκτός αυτού, ένας άπειρος καπετάνιος είναι συνήθως πολύ πιο προσεκτικός, τουλάχιστον κατά τα πρώτα βήματα του – κάτι που σε κάποιο βαθμό αποτελεί αντίβαρο στην απειρία του.
Από την άλλη πλευρά όμως, είναι μάλλον απίθανο να επιτραπεί η ανάληψη της εξουσίας από «μη συμβεβλημένα με την Τρόικα» πολιτικά κόμματα – ενώ η άμεση καταδίκη της χώρας που τυχόν το τολμήσει στη θανατική ποινή (απομόνωση της από τις αγορές κλπ.), εκ μέρους των διεθνών τοκογλύφων και της λέσχης του διαβόλου, είναι κάτι παραπάνω από δεδομένη.

Τι πρέπει να αποφασίσει λοιπόν ένας υπερήφανος λαός, ο οποίος έκανε δυστυχώς κρίσιμα και πολλά λάθη στο παρελθόν, όταν έρχεται αντιμέτωπος με τέτοια «εκρηκτικά» διλήμματα;

(α)  Να συμπεριφερθεί «συνετά», να σκύψει δουλικά το κεφάλι, να δείξει ανοχή και να υποταχθεί στην άδικη μοίρα του, επιτρέποντας με βαριά καρδιά τη λεηλασία της πατρίδας του και αδιαφορώντας «καταναγκαστικά» για το μέλλον των παιδιών του;

(β)  Να επιλέξει ένα κόμμα της σημερινής αντιπολίτευσης, όσο άπειρο ή μη συμβατό με την πολιτική του ιδεολογία και αν είναι, παίρνοντας παράλληλα το ρίσκο της καταδίκης της χώρας του στον Καιάδα, από τους οικονομικούς δολοφόνους;

(γ)  Να επαναστατήσει, ειρηνικά φυσικά («πολιτική ανυπακοή»), σταματώντας να πληρώνει λογαριασμούς, φόρους και χαράτσια, αρνούμενος συνειδητά να καταναλώσει και να εργασθεί, καθώς επίσης αποσύροντας όλες τις τραπεζικές του καταθέσεις – οδηγώντας το «δυτικό σύστημα» στην κατάρρευση, εάν βέβαια αυτό επιμείνει στην υποδούλωση της πλειοψηφίας και στο δίκαιο του ισχυροτέρου;

(δ)  ‘Η μήπως να επιλέξει τη δεύτερη λύση (ένα κόμμα δηλαδή που δεν έχει κυβερνήσει μέχρι σήμερα και που σέβεται τη συλλογική απόφαση μη υποταγής στους διεθνείς τοκογλύφους), έχοντας ως προαποφασισμένη «ρεζέρβα», σαν όπλο και οχυρό καλύτερα απέναντι στις προβλεπόμενες επιθέσεις των οικονομικών δολοφόνων, την τρίτη λύση της «πολιτικής ανυπακοής»; Απλούστερα, εάν δεν υποστηριχθεί ενεργά από τους Πολίτες ένας «μη συμβατικός» ηγέτης, ο οποίος θα τολμήσει τη ρήξη με τους εισβολείς, είναι δυνατόν να υπάρξει αλλαγή;

Αίτημα στην ενδεχόμενη περίπτωση της πολιτικής ανυπακοής δεν θα ήταν η εξασφάλιση της βιωσιμότητας της Ελλάδας (χαμηλό επιτόκιο, μακροπρόθεσμες δόσεις αποπληρωμής με περίοδο χάριτος, εξόφληση των γερμανικών αποζημιώσεων για την παροχή ρευστότητας στην οικονομία, με στόχο την ανάπτυξη κλπ.), η εκδίωξη του ΔΝΤ, το σταμάτημα της λεηλασίας της ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας, καθώς επίσης η εγκατάσταση της άμεσης δημοκρατίας (συμμετοχή των πολιτών στην ψήφιση των βασικών νόμων και στη διαχείριση των κοινών), ως όπλο απέναντι στην πολιτική ανεπάρκεια και διαφθορά;

Δύσκολο να απαντηθούν υπεύθυνα τόσο επώδυνα και πολύπλοκα ερωτήματα – εκτός εάν οι πολίτες της χώρας επιλέξουν την εθνική ανεξαρτησία και την ελευθερία τους πάση θυσία, όπως οι πρόγονοι τους άπειρες φορές στο παρελθόν. Άλλωστε είναι σε όλους γνωστό το ότι, θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία.

ΟΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΧΡΕΟΥΣ

Η γνώση είναι προφανώς δύναμη, όπως γνωρίζουν καλύτερα από εμάς όλοι αυτοί που προσπαθούν συνεχώς να την εμποδίσουν – με τη βοήθεια ορισμένων διατεταγμένων ΜΜΕ, πολιτικών κομμάτων και άλλων «οργανώσεων χειραγώγησης της κοινής γνώμης». Στα πλαίσια αυτά, είναι ίσως απαραίτητο να τονίσουμε ακόμη μία φορά πως το πρόβλημα ενός κράτους δεν είναι αυτού καθαυτού το δημόσιο χρέος, όσο οι δυνατότητες ή μη της εξυπηρέτησης του – οι οποίες εξαρτώνται τόσο από τους δανειστές, όσο και από τους οφειλέτες.

Ειδικότερα, στην οικονομία δεν υπάρχει καμία γενικά αποδεκτή θεωρεία σε σχέση με το ύψος του χρέους ενός κράτους, απόλυτο ή ποσοστιαίο, το οποίο μπορεί να θεωρηθεί διαχειρίσιμο. Η Αργεντινή χρεοκόπησε με ένα δημόσιο χρέος της τάξης του 65% του ΑΕΠ της, ενώ η Ιαπωνία δεν αντιμετωπίζει σήμερα (ακόμη) κανένα πρόβλημα, παρά το ότι το χρέος της υπερβαίνει το 230% του ΑΕΠ της – όπως επίσης όχι οι Η.Π.Α., με χρέος άνω του 100%.

Το χρέος της  Μ. Βρετανίας, μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο, αντιστοιχούσε στο 250% του ΑΕΠ της, χωρίς να της συμβεί κάτι – ενώ σήμερα, αν και το δημόσιο χρέος της είναι ανάλογο με το γερμανικό (85%), το οποίο δεν δημιουργεί κανένα πρόβλημα στη Γερμανία, η Μ. Βρετανία είναι βυθισμένη σε μία κρίση άνευ προηγουμένου.

Όπως φαίνεται λοιπόν, η διαχειρισιμότητα του δημοσίου χρέους είναι συνάρτηση πολλών διαφορετικών παραγόντων, μεταξύ των οποίων οι μελλοντικές προοπτικές, η σταθερότητα μίας οικονομίας, το ύψος της ανεργίας, η ανάπτυξη, η γνώμη του υπολοίπου κόσμου κλπ. – όπου ειδικά όσον αφορά τη γνώμη του υπολοίπου κόσμου, τη θετική ή αρνητική εικόνα μίας χώρας δηλαδή στο εξωτερικό, το έγκλημα της προηγούμενης κυβέρνησης είναι κάτι περισσότερο από φανερό (Τιτανικός, κατηγορίες του τότε πρωθυπουργού στη διεθνή κοινότητα για «συλλογική διαφθορά» των Ελλήνων κλπ.).

Εν τούτοις, αν και δεν υπάρχει καμία γενικής ισχύος θεωρεία, η ιστορική μελέτη παρελθόντων κρίσεων των Rogoff-Reinhart απέδειξε ότι, εάν το ύψος του χρέους μίας χώρας ξεπεράσει το 90% του ΑΕΠ της, τότε οι προοπτικές ανάπτυξης της οικονομίας της μειώνονται σε μεγάλο βαθμό – οπότε εισέρχεται σε έναν καθοδικό σπειροειδή κύκλο, με αρνητικά αποτελέσματα.
Το ίδιο συμπεραίνεται και από μία μελέτη της κεντρικής τράπεζας των κεντρικών τραπεζών (BIS), όπου για τον ιδιωτικό τομέα (νοικοκυριά) το όριο είναι χαμηλότερο του 90%, ενώ για τις επιχειρήσεις υψηλότερο.

Από την άλλη πλευρά βέβαια, σύμφωνα με πολλούς οικονομολόγους, η στατιστική δεν μας ενημερώνει σε σχέση με τις αιτίες, οι οποίες προκαλούν τα αποτελέσματα που αναδεικνύει η έρευνα – οπότε αναρωτιέται εύλογα κανείς, εάν τα κράτη αναπτύσσονται λιγότερο, επειδή τα χρέη τους είναι υψηλά, ή εάν ο χαμηλός ρυθμός ανάπτυξης τους αυξάνει τα χρέη τους.
Περαιτέρω, δύο από τους σημαντικότερους παράγοντες της διαχειρισιμότητας του δημοσίου χρέους, είναι το επιτόκιο δανεισμού ενός κράτους, καθώς επίσης ο ρυθμός της ονομαστικής (συνυπολογιζομένου του πληθωρισμού) ανάπτυξης του – όπου από τον παρακάτω «οικονομικό τύπο» συμπεραίνεται το ποσοστό του πρωτογενούς πλεονάσματος (προ τόκων και χρεολυσίων) που οφείλει να επιτύχει μία χώρα, για να πάψει να αυξάνεται το χρέος της:

(Επιτόκιο – Ονομαστική Ανάπτυξη) Χ δημόσιο χρέος ως προς ΑΕΠ
_________________________________________________
100

Με βάση των παραπάνω τύπο, εάν μία χώρα δανείζεται με 4% επιτόκιο και ο ρυθμός ανάπτυξης της (ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ) είναι 2%, ενώ το χρέος της ως προς το ΑΕΠ της είναι 110%, τότε θα πρέπει να επιτυγχάνει πρωτογενή πλεονάσματα (4-2) Χ 110 / 100 – ήτοι 2,2% του ΑΕΠ της, για να ελέγχει το χρέος της (να μην αυξάνεται).

Στα πλαίσια αυτά, όταν μία χώρα ευρίσκεται σε ύφεση (αρνητικός ρυθμός ανάπτυξης), ενώ επιβαρύνεται με οποιοδήποτε θετικό επιτόκιο, όπως συμβαίνει με την Ελλάδα, είναι εντελώς αδύνατος ο έλεγχος του χρέους της – ενώ συνήθως, όταν ο περιορισμός των δημοσίων δαπανών της έχει φτάσει στα ανώτατα όρια, χωρίς να ακολουθήσει ανάπτυξη, η χώρα οδηγείται στην απόλυτη χρεοκοπία.

Στο παράδειγμα της Ιταλίας τώρα, όπου το επιτόκιο δανεισμού της ήταν μέχρι πρόσφατα της τάξης του 6%, η ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ της 2%, ενώ το δημόσιο χρέος της 120% του ΑΕΠ της, η χώρα θα έπρεπε να επιτύχει πρωτογενή πλεονάσματα ίσα με το 4,8% του ΑΕΠ της (όπως φαίνεται από τον υπολογισμό που ακολουθεί), για να μπορέσει να σταθεροποιήσει το χρέος της στο 120% – οπότε, με δεδομένο το ρυθμό ανάπτυξης, θα έπρεπε να μεγεθυνθούν αντίστοιχα τα φορολογικά έσοδα ή να μειωθούν οι δαπάνες (οι οποίες επιλέγονται αντί της αύξησης των εσόδων, επειδή είναι ευκολότερο και πιο ρεαλιστικό να επιτευχθούν – αν και εις βάρος των αδύναμων κυρίως εισοδηματικών στρωμάτων).

(6-2) Χ 120
__________   =  4,8
100

Με το ΑΕΠ της Ιταλίας όμως στα 2,2 τρις $, η μείωση των δαπανών θα έπρεπε να είναι της τάξης των 105 δις $ – ένα μάλλον ουτοπικό νούμερο οπότε, εάν δεν υπάρξει ανάπτυξη ή δεν μειωθούν δραστικά τα επιτόκια, η Ιταλία θα χρεοκοπήσει πολύ σύντομα (πόσο μάλλον όταν το δημόσιο χρέος της σήμερα έχει φτάσει το 128% του ΑΕΠ της). Οι λύσεις λοιπόν που της απομένουν είναι

(α)  είτε η χρηματοδότηση της με χαμηλά επιτόκια, μέσω της έκδοσης ευρωομολόγων από την ΕΚΤ,

(β)  είτε η έξοδος της από την Ευρωζώνη – κάτι που φυσικά θα οδηγούσε στην κατάρρευση του κοινού νομίσματος και στην ολοκληρωτική διάλυση.

Συνεχίζοντας, η Ιαπωνία μπορεί να επιβιώνει με τόσο μεγάλο δημόσιο χρέος (όπως επίσης οι Η.Π.Α.), επειδή το επιτόκιο δανεισμού της είναι σχεδόν μηδενικό, ενώ ο ρυθμός ανάπτυξης της ελαφρά θετικός. Όταν δε τα ονομαστικά επιτόκια δανεισμού είναι ίδια με τον ονομαστικό ρυθμό ανάπτυξης, οπότε η διαφορά τους στον παραπάνω μαθηματικό τύπο είναι μηδέν, τότε είναι θεωρητικά δυνατή η επιβίωση μίας χώρας, ανεξαρτήτως του ύψους του δημοσίου χρέους της – επειδή το μηδέν επί το οτιδήποτε μας δίνει ξανά μηδέν. 

Αντίθετα η Ισπανία και οι επόμενες χώρες που θα την ακολουθήσουν, με σημαντικότερη τη Γαλλία, παρά το χαμηλό δημόσιο χρέος της σε σχέση με το ΑΕΠ (70%), είναι υποχρεωμένη να περιορίζει συνεχώς τις δαπάνες της, αφού αντιμετωπίζει ήδη αρνητική ανάπτυξη, όπως και η Ελλάδα – γεγονός που όμως επιδεινώνει την ύφεση, οδηγώντας τη χώρα στον καθοδικό σπειροειδή κύκλο του διαβόλου, ο οποίος τελειώνει με εκρηκτικές χρεοκοπίες.

Από τα παραπάνω φαίνεται μεταξύ άλλων ότι, μία νομισματική ένωση χρειάζεται απαραίτητα να ολοκληρώνεται με τη δημοσιονομική ένωση – αφού, χωρίς αυτήν, οι χώρες που την συναποτελούν οδηγούνται εύκολα στη χρεοκοπία, ακόμη και αν το δημόσιο χρέος τους είναι σχετικά χαμηλό (όπως στο παράδειγμα της Ισπανίας, η οποία οφείλει λιγότερα από τη Γερμανία). Η δημοσιονομική ένωση όμως με τη σειρά της προϋποθέτει την πολιτική – κάτι μάλλον δύσκολο να συμβεί στην Ευρώπη, ειδικά όσο η Γερμανία επιμένει στην ηγεμονική της πολιτική.

Αθήνα, 06. Φεβρουαρίου 2013

 http://www.economist.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου