Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012

Από το εύκολο σινεμά στην ευπώλητη λογοτεχνία

          Θα ήθελα να κάνω έναν παραλληλισμό κινηματογράφου και λογοτεχνίας. Γιατί; Γιατί στη στάση των νέων κυρίως ανθρώπων και στις επιλογές-τους ως προς το ποιες ταινίες θα δουν, αντικατοπτρίζεται και η αναγνωστική συμπεριφορά-τους, όταν θελήσουν να διαβάσουν ένα βιβλίο. Κι από τη σύγκριση αυτή ίσως καταλάβουμε αν μπορεί κανείς να περάσει από το μπεστ-σέλερ στο ποιοτικό βιβλίο.


Ο κινηματογράφος
ως λαϊκό καταναλωτικό προϊόν
και η λογοτεχνία
ως ανάγνωση στα μέτρα-μας

          Η έξοδος για κινηματογράφο είναι περασμένη πλέον στο νεανικό ασυνείδητο ως βόλτα, ως διέξοδος χαλάρωσης και λιγότερο, αλλά όχι σπάνια, ως τρόπος ψυχαγωγίας και όχι μόνο διασκέδασης. Σε μια Ελλάδα που βουλιάζει οικονομικά και δη πολιτισμικά, η τηλεόραση παίζει συχνά τον ρόλο εκτονωτή, και γι’ αυτό πολλάκις επιζητείται σ’ αυτήν κάτι αστείο, χαλαρό, ανώδυνο, ενώ και ο κινηματογράφος προσελκύει (πάντα το έκανε) πολλούς που θέλουν απλώς να διασκεδάσουν. 
 
Και ενώ οι επείσακτες ταινίες καλύπτουν μια ευρεία γκάμα, από το φτηνό θρίλερ μέχρι το ψαγμένο κοινωνικό φιλμ κι από τη γοργή περιπέτεια μέχρι την αρτιστίκ ταινία για σινεφίλ, από το καλό πολιτικό έργο μέχρι την ελαφρά κομεντί, οι ελληνικές παραγωγές “προσπαθούν” (και το πετυχαίνουν) να στοιχηθούν με την κρίση και να βυθίσουν ακόμα περισσότερο τον θεατή στο μαξιλαράκι της υποκουλτούρας και να μην τον ξυπνήσουν ποτέ.
 
 
 
          Το “Λάρισα εμπιστευτικό” του Στράτου Μαρκίδη είναι η «ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΠΕΤΥΧΗΜΕΝΗΣ ΕΜΠΟΡΙΚΑ ΣΥΝΤΑΓΗΣ ΤΟΥ "I LOVE KARDITSA", ΟΠΟΥ ΜΙΑ ΣΕΙΡΑ ΑΠΟ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΟΥΣ ΣΤΑΡ ΣΥΝΩΣΤΙΖΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΜΕΡΙΚΑ "ΑΣΤΕΙΑ" ΣΚΕΤΣ ΣΥΓΚΟΛΛΟΥΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΒΙΝΤΕΟΤΑΙΝΙΑΣ ΤΩΝ '80S ΣΕ ΜΙΑ ΠΡΟΣΧΗΜΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΑΦΘΟΡΑΣ ΚΑΙ ΝΕΟ-ΒΟΥΚΟΛΙΚΗΣ ΗΘΟΓΡΑΦΙΑΣ.»*. 
 
 
Αντίστοιχα, η “Νήσος 2” του Αντώνη Αγγελόπουλου είναι ένα «ΣΙΚΟΥΕΛ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΞΑΝΑΖΕΣΤΑΙΝΕΙ ΧΛΙΑΡΑ ΤΗ ΣΥΝΤΑΓΗ ΤΗΣ ΕΜΠΟΡΙΚΑ ΠΙΟ ΕΠΙΤΥΧΗΜΕΝΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΩΜΩΔΙΑΣ ΤΗΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΣ ΠΕΝΤΑΕΤΙΑΣ. ΟΙ ΣΕΝΑΡΙΟΓΡΑΦΟΙ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΥΝ ΧΩΡΙΣ ΚΕΦΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥΣ. Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΤΟΥ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΟΥ "ΣΤΟ ΠΑΡΑ ΠΕΝΤΕ" ΕΝΩΝΕΙ ΠΛΑΝΑ ΚΑΙ ΣΚΗΝΕΣ ΜΕ ΕΝΑ ΣΤΟΙΧΕΙΩΔΕΣ, ΔΙΕΚΠΕΡΑΙΩΤΙΚΟ ΚΩΜΙΚΟ ΤΑΙΜΙΝΓΚ, ΟΙ ΧΑΡΙΤΩΜΕΝΙΕΣ ΤΗΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ ΕΧΟΥΝ ΓΙΝΕΙ ΠΛΕΟΝ ΕΞΟΦΘΑΛΜΕΣ ΑΦΕΛΕΙΕΣ, ΕΝΩ Ο ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ ΚΑΙ Η ΕΛΕΝΗ ΚΑΣΤΑΝΗ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΜΟΝΟΙ ΠΟΥ ΒΑΖΟΥΝ ΤΑ ΔΥΝΑΤΑ ΤΟΥΣ ΓΙΑ ΝΑ ΣΩΣΟΥΝ ΤΑ ΠΡΟΣΧΗΜΑΤΑ.»* 
 
 
          Από την άλλη, “Το ταγκό των Χριστουγέννων” του Νίκου Κουτελιδάκη είναι μια «ΠΡΟΣΕΓΜΕΝΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΕΚΤΙΚΗ, ΥΨΗΛΗΣ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗΣ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΕΝΟΣ ΜΠΕΣΤ ΣΕΛΕΡ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΞΑΝΘΟΥΛΗ. ΣΕΝΑΡΙΑΚΗ ΔΙΑΣΚΕΥΗ ΧΩΡΙΣ ΑΙΧΜΕΣ, ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ ΣΧΗΜΑΤΙΚΟΙ ΚΑΙ ΔΡΑΜΑΤΙΚΑ ΜΕΤΡΗΜΕΝΟΙ, ΚΑΛΛΙΓΡΑΦΙΚΗ ΣΚΗΝΟΘΕΤΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ (ΟΜΙΧΛΗ, ΒΡΟΧΗ, ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΙΚΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΡΟΜΑΝΤΙΚΟ ΣΑΟΥΝΤΡΑΚ). Η ΠΡΩΤΗ ΥΛΗ ΟΜΩΣ ΚΡΑΤΑ ΜΕΣΑ ΤΗΣ ΓΕΝΝΑΙΕΣ ΔΟΣΕΙΣ ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑΣ, ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ -ΑΜΠΑΛΑΡΙΣΜΕΝΕΣ ΚΟΜΨΑ ΚΑΙ ΦΡΟΝΤΙΣΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΓΜΕΝΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΜΠΕΙΡΟ ΚΑΣΤ- ΔΕΝ ΘΑ ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΟΥΝ ΤΕΛΙΚΑ ΤΟΝ ΚΑΛΟΠΡΟΑΙΡΕΤΟ ΘΕΑΤΗ.»*. Το τελευταίο, παρότι ξεκίνησε από ένα βιβλίο της γνωστής ξανθούλειας αισθητικής, χάρη στη συμβολή καλών κινηματογραφικών εφαρμογών απέκτησε μια άλλη αισθητική. 

    Μερικές παρατηρήσεις:
1.    Τα δύο πρώτα σημειώνουν τρελή θεαματικότητα και δείχνουν τι επίπεδο επιδιώκει και συντηρεί ο σύγχρονος Έλληνας.
 
2.    Εμφανίζεται λοιπόν ένας φαύλος κύκλος μεταξύ κοινού και δημιουργών: από τη μία, το κοινό θέλει λόγω έλλειψης παιδείας και κουλτούρας να καταναλώνει εύπεπτα κινηματογραφικά σκευάσματα κι από την άλλη οι δημιουργοί κατασκευάζουν με πρόχειρα σενάρια, δόσεις φάρσας παρά γέλιου, τηλεοπτικούς άρα πιασάρικους ηθοποιούς, εύκολη σκηνοθεσία τις ταινίες που θα καταλήξουν αργά ή γρήγορα στο γυαλί της μικρής οθόνης, για να αναπαράγεται μια τέτοια καταναλωτική συνείδηση. Δεν ξέρω ποιος ξεκινά τον κύκλο, αλλά ξέρω ότι η ευθύνη των δημιουργών είναι μεγαλύτερη.
 
3.    Αντίθετα, οι ταινίες που θεωρήθηκαν καλλιτεχνικά γεγονότα, όπως ο Κυνόδοντας του Λάνθιμου, συνάντησαν τη φοβερή επιφύλαξη του ευρέος κοινού και εν μέρει της κριτικής, αν και στο εξωτερικό το συγκεκριμένο φιλμ έγινε δεκτό με ενθουσιασμό.
 
4.    Συμπέρασμα 1ο: η κουλτούρα, που θα έπρεπε να λειτουργεί ως ανελκυστήρας ανύψωσης της αντίληψης και της παιδείας του κοινού, μετατρέπεται σε υποπροϊόν και προωθείται με σκοπό το κέρδος και με αποτέλεσμα ο κόσμος να μένει σε μια κατάσταση πνευματικής αποβλάκωσης και αισθητικής στασιμότητας.

5.    Προχωρώ σε παραλληλισμούς με τη λογοτεχνία: το ευρύ κοινό καταναλώνει τα λεγόμενα αισθηματικά μπεστ-σέλερ ή ιστορικά, αστυνομικά ή περιπετειώδη μυθιστορήματα αμφιβόλου αξίας. Φυσικά, δεν λέω ότι όλα αυτά είναι κάτω του μετρίου (υπάρχουν και καλά δείγματα), αλλά η μαζική κουλτούρα (mass culture) στηρίζεται στον έρωτα, στο αίμα, στη κινηματογραφική δράση, στο σασπένς κ.ο.κ., χωρίς να ενδιαφέρεται για την ποιότητα που απορρέει από τη γλώσσα, την ατμόσφαιρα, τον προβληματισμό, το ξανακοίταγμα της ζωής, την ανατροπή των εφησυχασμένων αντιλήψεων…
 
6.    Συμπέρασμα 2ο: ο νέος των είκοσι ετών, η γυναίκα των πενήντα, ο μεσήλικας άνδρας, το κοριτσάκι των δεκαπέντε ανοίξεων θα διαβάσει τα μπεστ-σέλερ επειδή εκεί θα βρει τη μετριότητα που μπορεί να παρακολουθήσει.

7.    Από την άλλη, η ποιοτική λογοτεχνία γίνεται συχνά ελίτ. Με τα διδάγματα του μοντερνισμού το έργο ενίοτε κλείνεται στον εαυτό-του, περιορίζει σκόπιμα τις οδούς πρόσβασης σ’ αυτό, αφήνει τον αναγνώστη απ’ έξω, δυσκολεύει την κατανόηση, γίνεται κρυπτικό, ομφαλοσκοπούμενο, εσωστρεφές, επιχειρεί να ανεβάσει τον πήχυ αλλά, επειδή τον θέτει πολύ ψηλά, γίνεται “haute literature” και σνομπάρει το “prêt a porte”, με αποτέλεσμα να αποθαρρύνει τον μέσο αναγνώστη.
 
8.    Συμπέρασμα 3ο: όσο πιο ελιτίστικη γίνεται η λογοτεχνία, τόσο πιο πολύ θα ανθεί το ευπώλητο που προβάλλει τον φτηνό συναισθηματισμό και τη μυστηριώδη δράση. Δεν ξέρω τι γινόταν στις προηγούμενες εποχές, αλλά σήμερα βλέπω ότι η λεγόμενη υψηλή λογοτεχνία με τα βραβεία και τις κριτικές κλείνεται σε έναν κύκλο διανόησης και λογοτεχνικότητας, που αλλοτριώνει τον μέσο άνθρωπο και δημιουργεί εντυπώσεις για τη λογοτεχνία, που εμφανίζεται ως ένα σύνολο περιχαρακωμένων, δύστροπων, στρυφνών κειμένων που δεν προσφέρουν τίποτα πέρα από διανοουμενίστικες φούσκες και αγοραφοβικά εφέ.
 
9.    Συμπέρασμα 4ο: τα ευπώλητα υπάρχουν και εξακολουθούν να υπάρχουν ακριβώς επειδή η παιδεία (από το σχολείο, τα Μ.Μ.Ε. κ.ο.κ.) του ευρέος κοινού είναι καθηλωμένη σε χαμηλά επίπεδα. Ακριβώς αυτό κάνει μάταια τη σκέψη ότι ο θεατής υποπροϊόντων στον κινηματογράφο ή ο αναγνώστης ευπώλητων στη λογοτεχνία θα προχωρήσει σταδιακά και σε υψηλότερης αξίας θεάματα ή αναγνώσματα. Μπορεί περιστασιακά να δελεαστεί από κάτι καλό και προβεβλημένο, αλλά, αν διαπιστώσει καλλιτεχνήματα ερμητικά κλειστά, απαιτητικά και ιδιοσυγκρασιακά, γρήγορα απομακρύνεται σε πιο ασφαλή εδάφη...
 http://vivliocafe.blogspot.com/2012/01/blog-post_26.html

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου