“Καθώς οι πιο σημαντικές συμφωνίες ιδιωτικοποιήσεων υπογράφονται πάντα εν μέσω οικονομικών ή πολιτικών κρίσεων, δεν υπάρχει ποτέ μία σαφής νομοθεσία, ή έστω ένα αποτελεσματικό ρυθμιστικό πλαίσιο – η περιρρέουσα ατμόσφαιρα είναι χαοτική, οι τιμές είναι ρευστές και οι συνειδήσεις των πολιτικών ελαστικές..…Μέχρι το 1990, πριν από την «κρίση της τεκίλας» δηλαδή, μόνο μία από τις τράπεζες του Μεξικού ανήκε σε ξένους. Μετά την κρίση όμως, στις αρχές του 2000, είκοσι τέσσερις από τις τριάντα τράπεζες «περιήλθαν» σε ξένα χέρια.
Οι ιδιωτικοποιήσεις αποδείχθηκαν τόσο επικερδείς, ώστε πολλές από τις πολυεθνικές των Η.Π.Α., οι οποίες είχαν «αλώσει» τον ευρύτερο δημόσιο τομέα της ίδιας της υπερδύναμης, έβλεπαν με απληστία τις κρατικές αρμοδιότητες (παιδεία, υγεία, στρατός, δημόσια διοίκηση, αστυνομία, φυλακές κλπ.), ως την επόμενη πηγή για άμεσα κέρδη. Απλούστερα, στόχος τους ήταν η πλήρης αποκρατικοποίηση της εξουσίας, με την εγκατάσταση άβουλων, τυπικών κυβερνήσεων, οι οποίες θα κατευθύνονταν απολυταρχικά από το σκοτεινό παρασκήνιο – ένα θέατρο σκιών”.
Άρθρο
Όπως έχουμε ήδη αναλύσει, ενώ διεξάγονταν θετικά για τη Ν. Αφρική οι διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης NelsonMandela με το ΔΝΤ κλπ. στο πολιτικό σκέλος, απαιτήθηκε από τους υπευθύνους για την οικονομική πολιτική της χώρας η μετατροπή της κεντρικής τράπεζας της σε έναν ανεξάρτητο οργανισμό, ο οποίος θα λειτουργούσε με απόλυτη αυτονομία από την εκλεγμένη κυβέρνηση – σαν ένα κυρίαρχο «κράτος εν κράτει» ουσιαστικά, στο οποίο δεν θα παρέμβαιναν οι εκλεγμένοι νομοθέτες (όπως ακριβώς συμβαίνει στη χώρα μας).








