Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2011

Ο Πλούταρχος έγραφε για τις συμφορές του δανεισμού.

«Ο δανεισμός είναι πράξη υπέρτατης αφροσύνης και μαλθακότητας»! Το είπε ο Πλούταρχος τον 1ο μ.Χ. αιώνα και να που έφθασε η στιγμή να εκτιμηθούν οι λόγοι του. «Εχεις; Μη δανείζεσαι γιατί δεν σου λείπουν. Δεν έχεις; Μη δανείζεσαι γιατί δεν θα ξεπληρώσεις το χρέος σου», προβλέπει ο μεγάλος συγγραφέας της αρχαιότητας και ας βγει κάποιος να αντιπαραθέσει, ότι.....
δεν έχει δίκιο...

Δυσάρεστα επίκαιρο είναι το έργο του«Περί του μη δειν δανείζεσθαι» (από τα Ηθικά), που κυκλοφορεί σε νέα έκδοση από τη «Νεφέλη» με τον τίτλο «Οι συμφορές του δανεισμού». Γιατί πράγματι, τις συμφορές που συσσωρεύονται στον άνθρωπο, ο οποίος καταφεύγει στο δανεισμό απαριθμεί με τρόπο καυστικό, αυστηρό και καίριο ο Πλούταρχος σ΄αυτό το μικρό κείμενο, που δεν μπορεί να διαβαστεί σήμερα απλώς «εγκυκλοπαιδικά», αφού οι παραλληλίες με τα σύγχρονα τεκταινόμενα παραφυλούν σε κάθε στίχο.

«Οι οφειλέτες είναι δούλοι όλων των δανειστών τους. Είναι δούλοι δούλων αναιδών και βάρβαρων και βάναυσων». Και οι δανειστές «Μετατρέπουν την αγορά σε κολαστήριο για τους δύσμοιρους οφειλέτες, σαν όρνεα τους κατακρεουργούν και τους κατασπαράζουν βυθίζοντας το ράμφος στα σωθικά τους»... λέει κατηγορηματικά ο χαιρωνίτης ρήτορας. Και επιχειρηματολογεί. Και φέρνει παραδείγματα από την ιστορία της εποχής του, από τους μύθους αλλά και από τα παθήματα των απλών ανθρώπων. Και χιούμορ επιστρατεύει ενίοτε μάλιστα μαύρο! Γιατί το κείμενο _μία ομιλία στην πραγματικότητα_ δεν γράφτηκε τυχαία. Η Αθήνα και οι άλλες ελληνικές πόλεις μαστίζονταν από τις συνέπειες της υπερχρέωσης, όταν ο Πλούταρχος περί το 92 μ. Χ αποφάσισε να μιλήσει μπροστά σε ακροατήριο για τις σοβαρές συνέπειες του δανεισμού.

Τρίτη 23 Αυγούστου 2011

Η μεγαλύτερη λέξη στον κόσμο


Η μεγαλύτερη λέξη στον κόσμο αναφέρεται στις 'Εκκλησιάζουσες' του Αριστοφάνη
.
Η λέξη αρχίζει στον στίχο 1.169 και αποτελεί μια ολόκληρη μαγειρική συνταγή που προφέρεται απνευστί επί σκηνής.
Συγκεκριμένα πρόκειται για συνταγή κυκεώνα, 'αχταρμά' νεοελληνιστί, στην οποία το φαγητό είναι συνονθύλευμα τροφών.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η αριστοφανική λέξη έχει καταγραφεί ως η μεγαλύτερη πραγματική λέξη στον κόσμο στο ΒιΒλίο των Ρεκόρ 'Guinness'
Δείτε τη λέξη:

Λοπαδοτεμαχοσελαχογαλεοκρανιολειψανοδριμυποτριμματοσιλφιολιπαρομελιτοκατακεχυμενοκιχλεπικοσσυφοφαττοπεριστεραλεκτρυονοπτοπιφαλλιδοκιγκλοπελειολαγωοσιραιοβαφητραγανοπτερυγών.

Πηγή

Παρασκευή 27 Μαΐου 2011

Πολιτική και ήθος

Ο τίτλος και το περιεχόμενο του παρόντος δεν αναφέρονται στη σημερινή Ελλάδα, αλλά στην Ελλάδα μιας πολύ παλιάς εποχής και συνεπώς οποιαδήποτε ομοιότητα με καταστάσεις, γεγονότα και πρόσωπα που απασχολούν σήμερα την ελληνική κοινωνία είναι εντελώς συμπτωματική.


Κατά τα μέσα του 4ου π.Χ. αιώνος η πολιτική θέση των Αθηνών εντός του ελληνικού κόσμου ήταν ριζικά διαφορετική εκείνης της περιόδου των Μηδικών και του Πελοποννησιακού Πολέμου.


Ο Δημοσθένης στα γραπτά του προσφέρει παραστατικές εικόνες της μεταβολής αυτής, θρηνώντας και κατακεραυνώνοντας περισσότερο από ...οποιονδήποτε άλλον. (…) Επίσης, για να αντιληφθεί κανείς την πολιτική κα ηθική κατάπτωση στην οποία είχε περιέλθει η Αθήνα περί τα μέσα του 4ου αιώνα, αρκεί να ρίξει μια ματιά τις σχετικές περιγραφές του Αισχίνη στον “Κατά Τιμάρχου” λόγο.


Αντιγράφουμε από το κεφάλαιο “Πολιτική και ηθική παρακμή της Αθηναϊκής Δημοκρατίας” από το σύγγραμμα “Συμπληρώματα Αρχαίας Ιστορίας”, του αειμνήστου Απ. Β. Δασκαλάκη, Καθηγητού της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ιστορικού συγγραφέα και δημοσιογράφου, το οποίο σύγγραμμα συμπληρώνει το δίτομο έργο του μεγάλου ιστορικού Κων. Παπαρρηγόπουλου “Επίτομος Ιστορία του Ελληνικού Έθνους”:


“Το μέγιστον μέρος της πολιτικής και εν μέρει ηθικής ταύτης παρακμής των Αθηνών της 4ης εκατονταετηρίδος ωφείλετο εις εσωτερικούς λόγους:

Ο πληθυσμός των Αθηνών έχει ελαττωθή σημαντικώς κατά την εποχήν αυτήν, γίνεται δε συμπλήρωσης του κενού των πολιτών δια μετοίκων και απελευθέρων. (…) Οι νέοι αυτοί πολίται είχον παραμορφώσει όχι μόνον την πολιτικήν, αλλά και την ηθικήν σύνθεσιν της αθηναϊκής πολιτείας. Ούτως εις μεγάλας μάζας λαού το ένδοξον παρελθόν της πόλεως είχε παύσει να είναι η ζωογόνος δύναμις πολιτικής κατευθύνσεως και πνευματικής δημιουργίας, το δε συναίσθημα των προς την πατρίδα υποχρεώσεων του πολίτου είχε καταπέσει. Το παλαιόν λοιπόν πατριωτικόν συναίσθημα του Αθηναίου πολίτου, εις το οποίο ωφείλοντο τα μεγαλουργήματα του παρελθόντος και η όλη ακμή της πόλεως, όπως έδωκεν εις ημάς περί αυτής εικόνα περίλαμπρον ο Περικλής εις τον ‘Επιτάφιον’, είχεν εις πλείστα ατονήσει.

Οι πλούσιοι έκτιζον μεγαλοπρεπείς οικίας, μεγαλοπρεπεστέρας και αυτών των ενδόξων μνημείων, τα οποία ενέκλειον τα ιερά και όσια του παρελθόντος της πόλεως. Εκεί διήγον ζωήν απολαύσεων, αδιαφορούσαν διά τα κοινά και προσεπάθουν διά παντός τρόπου να διαφύγουν τας φορολογικάς επιβαρύνσεις. Αι κυριώτεραι τάξεις απέβλεπον μόνον εις υλικά και πολιτικά ωφελήματα διά την κομματικήν εξυπηρέτησιν των διαφόρων πολιτικών μερίδων.

Εις την Εκκλησίαν του Δήμου δεν προσήρχοντο όπως άλλοτε προς συζήτησιν των κοινών οι εύποροι και οι ευπαίδευτοι, οι οποίοι απέφευγον την οχλαγωγίαν και δεν ενδιεφέροντο πλέον διά τας δημοσίας υπηρεσίας, αλλ’ οι των λαϊκών τάξεων. Η συμμετοχή εις τα κοινά, ιδίως εις τας συνελεύσεις, δεν θεωρείται πλέον καθήκον παντός καλού πολίτου. Αφ’ ότου ιδίως καθιερώθη ο εκκλησιαστικός μισθός, το μεγαλύτερον μέρος των τακτικών θαμώνων της Εκκλησίας του Δήμου απετελείτο μονίμως εξ αέργων και εν γένει προσώπων κατωτέρας κοινωνικής και πνευματικής καταστάσεως. Οι ‘πολίται’ αυτοί δεν ήσαν εις θέσιν να κατανοήσουν τα μεγάλα πολιτικά προβλήματα της εποχής, ουδέ να κατευθύνουν εις υψηλοτέρας ηθικάς αρχάς την πολιτικήν του κράτους. Ως επί το πλείστον παρεσύροντο εις αποφάσεις είτε από υλικά ωφελήματα, είτε από την γοητείαν επιτηδείων λόγων των δημαγωγών.

Άλλοτε, η ισχύς των Αθηνών εστηρίζετο εις την γενναιότητα και τας θυσίας των τέκνων αυτής. Οι Μαραθωνομάχοι και οι Σαλαμινομάχοι απετέλεσαν τον θεμέλιον λίθον όχι μόνον της πολιτικής παντοδυναμίας των Αθηνών επί του ελληνικού κόσμου, αλλά και της πνευματικής λάμψεως του ‘χρυσού αιώνος’. (…) Αλλά κατά τα μέσα της τετάρτης εκατονταετηρίδος οι πολίτες των Αθηνών δεν κατείχοντο πλέον από τον ίδιον ενθουσιασμόν διά την εκτέλεσιν των προς την πατρίδα καθηκόντων. Εις τας λαϊκάς μάζας η στρατιωτική υπηρεσία όχι μόνον δεν επεζητείτο, όπως άλλοτε, αλλά τουναντίον απεφεύγετο κατά σύστημα. Διά να αντιμετωπίσουν πολεμικάς ανάγκας οι Αθηναίοι ήσαν υποχρεωμένοι να προσφεύγουν εις μισθοφόρους, οίτινες και εστοίχιζον πολλά, αλλά και στερούμενοι του πατριωτικού φρονήματος της θυσίας απετέλουν δύναμιν ελάχιστα αξιόμαχον.

Αι Αθήναι εστήριξαν πάντοτε την επί του ελληνικού κόσμου ηγεμονίαν εις την διατήρησιν ισχυράς ναυτικής δυνάμεως. Και ενώ οι πολίται εξηντλούντο με καταθλιπτικάς φορολογίας και υποχρεωτικάς εισφοράς χάριν των πολεμικών αναγκών της πόλεως, ο δήμος διεσπάθιζε το χάριν των πολεμικών αναγκών δημόσιο χρήμα, διά να πληρώνη τους αργόσχολους που ήθελαν να παρακολουθούν τα δημόσια θεάματα. Οι δημαγωγοί διά να κολακεύσουν τον όχλον, ο οποίος απετέλει τον όγκον της Εκκλησίας του δήμου και να εξασφαλίσουν δι’ αυτού πολιτικήν δύναμιν, συνηγωνίζοντο εις προτάσεις και παραχωρήσεις αντιθέτους προς τας υψηλάς ιδέας της πολιτικής ηθικής του παρελθόντος και επί ζημία πάντοτε του κοινού συμφέροντος.

Οι πολιτικοί ηγέται των Αθηνών του 4ου αιώνος, εξαιρέσει ελαχίστων, ως ο Φωκίων, δεν είχον τίποτε το κοινόν προς ένα Κίμωνα, ένα Περικλήν, έναν Μιλτιάδην ή έναν Αριστείδην, προς τους μεγάλους δηλαδή πολιτικούς άνδρες του 5ου αιώνος, των οποίων η υψηλή ηθική και ο άψογος πατριωτισμός ευρίσκοντο εις αρμονίαν προς τας ικανότητας ηγεσίας και επιβολής επί των μαζών. Πλήν ελαχίστων εξαιρέσεων, οι νέοι πολιτικοί ανήκον εις την χορείαν των δημαγωγών της αγοράς.
Οι δημαγωγοί αυτοί, κάτω από μίαν συχνά υψηλήν τέχνην σαγηνευτικής ευγλωττίας, εκάλυπτον ταπεινά αισθήματα και καιροσκοπικάς επιδιώξεις. Η φαυλοκρατική λογοκοπία με κίνητρα την ικανοποίησιν προσωπικών παθών παρέσυρεν εις συκοφαντίας, έτρεφε δε τα πλέον ταπεινά ένστικτα του όχλου. Αι ασυνέπειαι αποφάσεων, αι δωροδοκίαι, η διαφθορά συνειδήσεων είχον καταστή συνήθη εις τον δήμον, όπου κυριαρχούσαν στοιχεία είτε οχλοκρατικά, είτε άξεστα και αδιάφορα, μεταβαίνοντα μόνον χάριν της μισθοδοσίας ή από προσωπικήν αφοσίωσιν προς ένα δημαγωγόν εκ του οποίου ανέμενον ωφελήματα.

Υπήρχον βεβαίως ακόμη εις τας Αθήνας αρκετοί πολίται, ιδία δε πνευματικοί και πολιτικοί άνδρες, εμποτισμένοι με τα ιδεώδη του αθηναϊκού παρελθόντος. Οι άνδρες αυτοί έμεναν μετά φανατισμού προσηλωμένοι εις την ιδέαν της ηγεμονίας των Αθηνών επί του ελληνικού κόσμου και εκυριαρχούντο από ιεράν αγανάκτησιν ακόμη και από την σκέψιν, ότι η πόλις η ενσαρκώσασα πάσαν δόξαν και πάν μεγαλείον της ελληνικής φυλής, θα ήταν δυνατόν να περιπέση πολιτικώς και οριστικώς εις δευτερεύουσαν θέσιν.
Αλλ’ οι άνδρες αυτοί ήσαν εκτός τόπου και χρόνου, ανίκανοι να συλλάβουν την νέαν στυγνήν και αμείλικτον πραγματικότητα. Ματαίως κατεκεραύνωνον την ηθικήν και πολιτικήν κατάπτωσιν της εποχής αυτών, και ωνειροπόλουν την επάνοδον εις τους ‘παλαιούς καιρούς’, των οποίων γνώρισμα μεν ήτο το καθήκον και η αυτοθυσία, αποτέλεσμα δε η ισχύς και η δόξα της αθηναϊκής δημοκρατίας.

Αι παλαιαί ένδοξοι παραδόσεις της πόλεως δεν συνεκίνουν πλέον τας μάζας, παρά τας συγκινητικάς, ενίοτε δραματικάς, εκκλήσεις ωρισμένων εμμενόντων εις τα πάτρια ρητόρων. Το πατριωτικόν συναίσθημα είχε φθαρή, η έννοια των δημοκρατικών δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των πολιτών είχε παραμορφωθή. Το πανελλήνιον φρόνημα, το οποίον επήγαζεν από την υπερήφανον συνείδησιν υπεροχής του Έλληνος έναντι των άλλων λαών και το οποίον έτρεφον τόσον επιμελώς οι Αθηναίοι σοφοί και ποιηταί του 5ου αιώνος, δεν υφίστατο πλέον παρά εις την σκέψιν ολίγων πνευματικών ανθρώπων. (…)

Ούτως αι Αθήναι κατά την εποχήν αυτήν είχον φθάσει εις στρατιωτικήν, εις οικονομικήν, αλλά και εις ηθικήν παρακμήν, η οποία περιώριζε μοιραίως το πνεύμα ακόμη και αξίων ηγετών της εις στενούς ορίζοντες μικροπολιτικής.
Δεν ήτο πλέον δυνατή η ανασύστασις μιάς ισχυρής αθηναϊκής ηγεμονίας, η οποία θα επέτρεπεν εις την περιώνυμον πόλιν να ηγηθή και πάλιν ολοκλήρου του ελληνικού κόσμου”.


emprosdrama.blogspot.com
Ωραίο άρθρο του Ιωάννη Καμάρα (Επίτροπου της Τράπεζας Κρήτης κατά τη διάρκεια του Σκανδάλου Κοσκωτά)
http://www.postnews.gr/politiki/politics-ethos-greece/
ttp://taxalia.blogspot.com/2011/05/blog-post_4440.html
politika-gr

Δευτέρα 23 Μαΐου 2011

Θουκυδίδης - Περικλέους Επιτάφιος



νι τε τος ατος οκεων μα κα πολιτικν πιμλεια, κα τροις πρς ργα τετραμμνοις τ πολιτικ μ νδες γνναι· μνοι γρ τν τε μηδν τνδε μετχοντα οκ πργμονα, λλ' χρεον νομζομεν, κα ο ατο τοι κρνομν γε νθυμομεθα ρθς τ πργματα, ο τος λγους τος ργοις βλβην γομενοι, λλ μ προδιδαχθναι μλλον λγ πρτερον π δε ργ λθεν.



Επί πλέον, οι ίδιοι εμείς είμαστε σε θέση να φροντίζουμε ταυτόχρονα για τις ιδιωτικές μας υποθέσεις και για τις υποθέσεις της πόλης μας, και ενώ ασχολούμαστε με διαφορετικά επαγγέλματα κατέχουμε καλά τα πολιτικά ζητήματα. Γιατί είμαστε ο μόνος λαός που αυτόν που δε μετέχει στα κοινά δεν τον θεωρούμε φιλήσυχο αλλά άχρηστο, και οι μόνοι που ή κρίνουμε ή διαμορφώνουμε σωστές γνώμες για τα πράγματα, γιατί δεν θεωρούμε τους λόγους εμπόδιο των έργων, αλλά μάλλον θεωρούμε εμπόδιο να μην έχουμε κατατοπισθεί προφορικά σε όσα έχουμε να κάνουμε, πριν καταπιαστούμε με αυτά.


……………………………………………………………………………………………..


[37] Ξρμεθα γρ πολιτείᾳ ο ζηλοσ τος τν πλας νμους, παρδειγμα δ μλλον ατο ντες τισν μιμομενοι τρους. κα νομα μν δι τ μ ς λγους λλ' ς πλεονας οκεν δημοκρατα κκληται· μτεστι δ κατ μν τος νμους πρς τ δια διφορα πσι τ σον, κατ δ τν ξωσιν, ς καστος ν τ εδοκιμε, οκ π μρους τ πλον ς τ κοιν π' ρετς προτιμται, οδ' α κατ πεναν, χων γ τι γαθν δρσαι τν πλιν, ξιματος φανείᾳ κεκλυται. λευθρως δ τ τε πρς τ κοινν πολιτεομεν κα ς τν πρς λλλους τν καθ' μραν πιτηδευμτων ποψαν, ο δι' ργς τν πλας, ε καθ' δονν τι δρ, χοντες, οδ ζημους μν, λυπηρς δ τ ψει χθηδνας προστιθμενοι. νεπαχθς δ τ δια προσομιλοντες τ δημσια δι δος μλιστα ο παρανομομεν, τν τε αε ν ρχ ντων κροσει κα τν νμων, κα μλιστα ατν σοι τε π' φελίᾳ τν δικουμνων κενται κα σοι γραφοι ντες ασχνην μολογουμνην φρουσιν.


 37. Έχουμε δηλαδή πολίτευμα, το οποίο δεν αντιγράφει τους νόμους άλλων, μάλλον δε εμείς οι ίδιοι είμαστε υπόδειγμα σε μερικούς παρά μιμούμαστε άλλους. Και ονομάζεται μεν δημοκρατία, γιατί η διοίκηση είναι στα χέρια των πολλών και όχι των ολίγων. Όλοι έχουν τα ίδια δικαιώματα έναντι δε των νόμων στις ιδιωτικές τους διαφορές, ενώ ως προς την θέση τους στον δημόσιο βίο κάθε ένας, ανάλογα με την επίδοση σε κάποιο τομέα, προτιμάται για ένα από τα δημόσια αξιώματα, και όχι από την πολιτική του παράταξη όσο από την αρετή του, ούτε εξαιτίας της φτώχειας, ενώ έχει την ικανότητα να παράσχει κάποια υπηρεσία στην πατρίδα του, εμποδίζεται από το γεγονός ότι είναι άγνωστος. Ζούμε ελεύθερα, και ως πολίτες στον δημόσιο βίο και ως άτομα στον ιδιωτικό, στις επιδιώξεις μας της καθημερινής ζωής, κατά τις οποίες δεν κοιτάμε ο ένας στον άλλον με καχυποψία, δεν θυμώνουμε με τον γείτονά μας, όταν κάνει σύμφωνα με την ευχαρίστησή του, ούτε παίρνουμε μια φυσιογνωμία σκυθρωπή, η οποία μπορεί να μην βλάπτει τον άλλο, πάντως όμως είναι δυσάρεστη. Ενώ δε στην ιδιωτική μας ζωή συναναστρεφόμαστε χωρίς να ενοχλεί ο ένας τον άλλον, στην δημόσιά μας ζωή από σεβασμό προ πάντων δεν παραβαίνουμε τους νόμους, υπακούμε σε όσους κάθε φορά έχουν τα αξιώματα και στους νόμους, και περισσότερο σε εκείνους από τους νόμους, που έχουν θεσπιστεί για ωφέλεια των αδικούμενων, και σε άλλους, οι οποίοι αν και άγραφοι, η παράβασή τους φέρνει πανθομολογούμενη ντροπή


[40] Φιλοκαλομν τε γρ μετ' ετελεας κα φιλοσοφομεν νευ μαλακας· πλοτ τε ργου μλλον καιρ λγου κμπ χρμεθα, κα τ πνεσθαι οχ μολογεν τιν ασχρν, λλ μ διαφεγειν ργ ασχιον. νι τε τος ατος οκεων μα κα πολιτικν πιμλεια, κα τροις πρς ργα τετραμμνοις τ πολιτικ μ νδες γνναι· μνοι γρ τν τε μηδν τνδε μετχοντα οκ πργμονα, λλ' χρεον νομζομεν, κα ο ατο τοι κρνομν γε νθυμομεθα ρθς τ πργματα, ο τος λγους τος ργοις βλβην γομενοι, λλ μ προδιδαχθναι μλλον λγ πρτερον π δε ργ λθεν. διαφερντως γρ δ κα τδε χομεν στε τολμν τε ο ατο μλιστα κα περ ν πιχειρσομεν κλογζεσθαι· τος λλοις μαθα μν θρσος, λογισμς δ κνον φρει. κρτιστοι δ' ν τν ψυχν δικαως κριθεεν ο τ τε δειν κα δα σαφστατα γιγνσκοντες κα δι τατα μ ποτρεπμενοι κ τν κινδνων. κα τ ς ρετν νηντιμεθα τος πολλος· ο γρ πσχοντες ε, λλ δρντες κτμεθα τος φλους. βεβαιτερος δ δρσας τν χριν στε φειλομνην δι' ενοας δδωκε σζειν· δ ντοφελων μβλτερος, εδς οκ ς χριν, λλ' ς φελημα τν ρετν ποδσων. κα μνοι ο το ξυμφροντος μλλον λογισμ τς λευθερας τ πιστ δες τιν φελομεν.


40. Γιατί αγαπούμε το ωραίο με απλότητα, και αγαπούμε τη σοφία χωρίς μαλθακότητα. Μεταχειριζόμαστε τον πλούτο περισσότερο σαν μια ευκαιρία έργων παρά σαν αφορμή κομπορρημοσύνης, το να ομολογεί δε κανείς την φτώχεια του δεν είναι ντροπή, είναι όμως αισχρότερο να μην προσπαθεί να την αποφύγει με την εργασία. Επί πλέον, οι ίδιοι εμείς είμαστε σε θέση να φροντίζουμε ταυτόχρονα για τις ιδιωτικές μας υποθέσεις και για τις υποθέσεις της πόλης μας, και ενώ ασχολούμαστε με διαφορετικά επαγγέλματα κατέχουμε καλά τα πολιτικά ζητήματα. Γιατί είμαστε ο μόνος λαός που αυτόν που δε μετέχει στα κοινά δεν τον θεωρούμε φιλήσυχο αλλά άχρηστο, και οι μόνοι που ή κρίνουμε ή διαμορφώνουμε σωστές γνώμες για τα πράγματα, γιατί δεν θεωρούμε τους λόγους εμπόδιο των έργων, αλλά μάλλον θεωρούμε εμπόδιο να μην έχουμε κατατοπισθεί προφορικά σε όσα έχουμε να κάνουμε, πριν καταπιαστούμε με αυτά. Γιατί υπερέχουμε από τους άλλους και ως προς αυτό, ότι δηλαδή εμείς οι ίδιοι τολμούμε να υπολογίσουμε για όσα πρόκειται να επιχειρήσουμε. Σχετικά μ΄ αυτό στους άλλους η αμάθεια φέρνει θράσος, ενώ η σκέψη τους κάνει να διστάζουν. Πιο γενναιόψυχοι όμως πρέπει να θεωρούνται όσοι γνωρίζουν με σαφήνεια τις συμφορές και τα ευχάριστα, και όμως η γνώση αυτή δεν τους κάνει να αποφεύγουν τους κινδύνους. Αλλά και στα ζητήματα της αρετής διαφέρουμε από τους πολλούς. Γιατί εμείς αποκτάμε τους φίλους τους περισσότερο ευεργετώντας παρά ευεργετούμενοι από αυτούς. Σταθερότερος δε φίλος είναι αυτός που ευεργέτησε, γιατί είναι φυσικό να προσπαθεί να διατηρεί την ευγνωμοσύνη του ευεργετημένου με τη συμπάθεια που του δείχνει. Ενώ αντιθέτως αυτός που οφείλει την ευεργεσία είναι απρόθυμος, γιατί γνωρίζει, ότι πρόκειται να ανταποδώσει την καλοσύνη σαν χρέος και όχι για να εξασφαλίσει την ευγνωμοσύνη του άλλου. Και είμαστε οι μόνοι που βοηθάμε τον άλλο χωρίς δισταγμό, όχι τόσο από υπολογισμό του συμφέροντος, όσο από την πίστη μας στη ελευθερία.