(μέρος 1)
Mε έκπληξη διάβαζα προχθές στην enet την πλήρη και κατηγορηματική αντίθεση της Εκκλησίας της Ελλάδος – δια στόματος του «ταμία» της Μητροπολίτη Ιωαννίνων – στο ενδεχόμενο φορολόγησης της εκκλησιαστικής περιουσίας.
Σε συνέντευξή του με την ιδιότητα του προέδρου της Εκκλησιαστικής Κεντρικής Υπηρεσίας Οικονομικών, ο Θεόκλητος δήλωσε πως η περιουσία της εκκλησίας, σύμφωνα με πρόσφατες τραπεζικές εκτιμήσεις, ανέρχεται μόλις σε 702.160.000 ευρώ, και τελικά της έχει απομείνει μόνο το 4% της αρχικής της. Ανέφερε, δε, πως ‘η επιβολή φόρων θα οδηγήσει τα εκκλησιαστικά πρόσωπα σε κατάσταση χρεοκοπίας’. Είναι, λοιπόν, τόσο φτωχή η Εκκλησία ώστε να κινδυνεύει με χρεοκοπία από μία αύξηση της φορολόγησης ; Γιατί τέτοια αντίδραση και πόσο δικαιολογημένη είναι ; Τι επιδιώκει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ να επιβάλλει ως νέα φορολογία στην Εκκλησία και τι ζητά η αριστερά από την πλευρά της στον τομέα αυτόν ;
Σερφάροντας στο Διαδίκτυο πληροφορήθηκα, λοιπόν, τα εξής : πράγματι, η αντικειμενική αξία της ακίνητης περιουσίας της Ιεράς Συνόδου, που αξιοποιείται εμπορικά, ανέρχεται στα 700 εκατομμύρια ευρώ και πέρυσι μόνον η Ιερά Σύνοδος, όπως λένε τα εκκλησιαστικά στελέχη της Εκκλησίας, πλήρωσε 800.000 ευρώ (σ.σ. για ΕΤΑΚ), ενώ με τις νέες ρυθμίσεις υπολογίζεται ότι θα πρέπει να καταβάλει κάτι περισσότερα από 2 εκατομμύρια ευρώ. Ενώ, λοιπόν, το ποσό των 700.000 αντιστοιχεί σε μία έως τώρα φορολόγηση της τάξης του 1 τοις χιλίοις, τα 2 εκ. ευρώ αντιστοιχούν στο 3 τοις χιλίοις, που είναι η κυβερνητική επιδίωξη φορολόγησης της Εκκλησίας εφεξής. Έχουμε, δηλαδή, μία επιδίωξη τριπλασιασμού της φορολογίας στην εκκλησιαστική περιουσία.
Η αριστερά από τη πλευρά της επικροτεί την αύξηση της φορολόγησης αυτής και προσθέτει ότι στο διάστημα 1997-2005 η Εκκλησία απαλλάχθηκε με ευθύνη των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ-ΝΔ από μία σειρά φόρους (πχ μεγάλης ακίνητης περιουσίας για ακίνητα που χρησιμοποιούν οι ναοί, οι μονές και το Άγιον Όρος, κατάργηση υποχρέωσης εισφοράς του 35% των ακαθαρίστων εσόδων της εκκλησίας στον κρατικό προϋπολογισμό, κατάργηση φόρου 10% σε μισθώματα εκκλησίας από εκμίσθωση γαιών και οικοδομών εμπορικού χαρακτήρα, διεύρυνση φοροαπαλλαγών με εξαίρεση από φόρο αυτομάτου υπερτιμήματος και στο τέλος συναλλαγής για ναούς και μονές). Ζητά, λοιπόν, συμπληρωματικά την κατάργηση των ως άνω ρυθμίσεων. (βλ ερώτηση του στη Βουλή του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Γ. Ψαριανού).
Συνεπώς, η αριστερά συμφωνεί με τη προεκλογική διακήρυξη του ΠΑΣΟΚ, μόνον που ζητά κάποιες πρόσθετες φορολογίες στην περιουσία και τις εμπορικές συναλλαγές της Εκκλησίας.
Βεβαίως, η εκκλησιαστική περιουσία εκτός από τα εκμεταλλεύσιμα ακίνητα της Ιεράς Συνόδου [Κεντρική Διοίκηση στην οποία δεν περιλαμβάνονται μητροπόλεις, ναοί, μονές κ.α. 10.000 Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ)] και κάποια κινητή περιουσία που διαθέτει, περιλαμβάνει και την ανεκμετάλλευτη ακίνητη περιουσία 1,3 εκατομμυρίων στρεμμάτων (βοσκότοποι, δασικές εκτάσεις και γεωργικές εκμεταλλεύσεις) και 0,4 εκατομμυρίων στρεμμάτων που είναι τα διακατεχόμενα.
Γι’ αυτό και μαζί με τις 2.500 μονές και τη περιουσία τους, ορισμένοι ανεβάζουν το μέγεθος της εκκλησιαστικής περιουσίας σε πολύ υψηλότερα επίπεδα (οι εκτιμήσεις ποικίλλουν από 2 δις έως 15 δις ευρώ). Ενδεικτικά αναφέρω ένα παράδειγμα που βρήκα στο ‘Πάρε-Δώσε’ (15-3-09, http://www.pare-dose.net/blog/?p=2670) σύμφωνα με το οποίο ‘Πέντε μονές που προσέφυγαν στα ευρωπαϊκά δικαστήρια εναντίον του νόμου Τρίτση αποτιμούσαν τα περιουσιακά τους στοιχεία στο αστρονομικό ποσό των 8 τρισ. δρχ. (!!!).
Και μάλιστα το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο τους επιδίκασε το ποσό των 3 τρισ. δρχ. Μπορεί να φανταστεί κανείς ότι εάν η περιουσία των 5 μονών άγγιζε πριν μια 20ετία τα 3 ή 8 τρισ. δρχ., τότε πώς μπορεί κανείς να υπολογίσει την περιουσία των 2.500 μοναστηριών και ναών σε όλη τη χώρα;’ Τρία τρις. δραχμών ισοδυναμούν με 9 περίπου δις ευρώ και σε πάνω από 15 δις σε σημερινές τιμές. Και το ποσό αυτό αφορούσε μόλις 5 μονές !!!
Αντιλαμβάνεται εύκολα συνεπώς κανείς ποιός είναι ο λόγος που η Εκκλησία επιμένει πως η φορολόγηση πρέπει να αφορά την εκμεταλλεύσιμη περιουσία της, ενώ για τα 10.000 ΝΠΔΔ δηλώνει επισήμως ότι δεν γνωρίζει τα περιουσιακά στοιχεία των μονών, των μητροπόλεων και των ναών διότι κάθε μητρόπολη, μονή και ναός έχει τη δική του οικονομική διαχείριση. Συμπληρώνει, δε, πως κάθε Μονή και κάθε Ιερός Ναός που είναι ΝΠΔΔ, μεριμνούν για τη συνήθως μικρή περιουσία που έχουν, φροντίζοντας για την έντιμη διαχείρισή της και τηρώντας τις αυστηρές διατάξεις που ισχύουν για τα νομικά πρόσωπα. Η διαχείριση αυτή υπόκειται σε τακτικό έλεγχο τόσο από την Εκκλησία όσο και από τα αρμόδια όργανα της Πολιτείας (βλ Εστία 21/7/2000 και Ελεύθερη Ώρα 21/8/2000). Τέλος, όλη αυτή η περιουσία που υπάρχει, τα στελέχη της Εκκλησίας, προσπαθούν να πείσουν ότι αξιοποιείται στην κατεύθυνση του φιλανθρωπικού έργου.
Βεβαίως, τέτοιος έλεγχος δεν υπάρχει γιατί εάν υπήρχε δεν θα είχαμε φαινόμενα τύπου Μονής Βατοπεδίου κ.α., ενώ το φιλανθρωπικό έργο που αναμφίβολα υπάρχει από τμήμα της Εκκλησίας σκιάζεται, ωστόσο, από την πλειάδα μητροπολιτών που έχουν κατηγορηθεί για τεράστιες επιχειρηματικές δραστηριότητες. Θυμίζουμε πως η Εκκλησία της Ελλάδος φέρεται μεταξύ άλλων να διαθέτει περίπου οκτακόσια (800) κτήρια με γραφεία, καταστήματα, εμπορικά κέντρα, ξενοδοχεία, ακόμα και μισθωμένα βενζινάδικα. Όσον αφορά δε την ρευστότητα της Εκκλησίας της Ελλάδος, υπολογίζεται σε μερικές δεκάδες (ίσως και εκατοντάδες) εκατομμύρια ευρώ.
Ταυτόχρονα η Εκκλησία της Ελλάδος έχει συστήσει δύο Ανώνυμες Εταιρίες (Α.Ε.), μία για την διαχείριση κοινοτικών κονδυλίων, με την επωνυμία «Υποστήριξη Επιχειρησιακών και Χρηματοδοτικών Προγραμμάτων Μελετών και Έργων, Ανώνυμη Εταιρία» και μία για την διαχείριση της περιουσίας της. Για όλη αυτή την επίσημη επιχειρηματική της δραστηριότητα η Εκκλησία δήλωσε το 2008 έσοδα 20 εκατομμυρίων ευρώ ή 15.000 ευρώ ανά εμπορικό ακίνητο ετησίως ή 1300 ευρώ μηνιαίως. Δεν νομίζω πως για τα φιλέτα που περιλαμβάνει η εκμεταλλεύσιμη ακίνητη εκκλησιαστική περιουσία είναι δυνατόν να αντιστοιχεί μία παρόμοια εικόνα μικροϊδιοκτήτη και μικροεισοδηματία στην Εκκλησία…
Κανένας φόρος στην εκκλησιαστική περιουσία αλλά…(μέρος 2)
Έχοντας, ήδη μία γενική εικόνα για τη κατάσταση της εκκλησιαστικής περιουσίας ας επανέλθουμε στο ‘Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω’ του εκπροσώπου της Εκκλησίας Μητροπολίτη Ιωαννίνων.
Σερφάροντας στο Διαδίκτυο πληροφορήθηκα, λοιπόν, τα εξής : πράγματι, η αντικειμενική αξία της ακίνητης περιουσίας της Ιεράς Συνόδου, που αξιοποιείται εμπορικά, ανέρχεται στα 700 εκατομμύρια ευρώ και πέρυσι μόνον η Ιερά Σύνοδος, όπως λένε τα εκκλησιαστικά στελέχη της Εκκλησίας, πλήρωσε 800.000 ευρώ (σ.σ. για ΕΤΑΚ), ενώ με τις νέες ρυθμίσεις υπολογίζεται ότι θα πρέπει να καταβάλει κάτι περισσότερα από 2 εκατομμύρια ευρώ. Ενώ, λοιπόν, το ποσό των 700.000 αντιστοιχεί σε μία έως τώρα φορολόγηση της τάξης του 1 τοις χιλίοις, τα 2 εκ. ευρώ αντιστοιχούν στο 3 τοις χιλίοις, που είναι η κυβερνητική επιδίωξη φορολόγησης της Εκκλησίας εφεξής. Έχουμε, δηλαδή, μία επιδίωξη τριπλασιασμού της φορολογίας στην εκκλησιαστική περιουσία.
Η αριστερά από τη πλευρά της επικροτεί την αύξηση της φορολόγησης αυτής και προσθέτει ότι στο διάστημα 1997-2005 η Εκκλησία απαλλάχθηκε με ευθύνη των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ-ΝΔ από μία σειρά φόρους (πχ μεγάλης ακίνητης περιουσίας για ακίνητα που χρησιμοποιούν οι ναοί, οι μονές και το Άγιον Όρος, κατάργηση υποχρέωσης εισφοράς του 35% των ακαθαρίστων εσόδων της εκκλησίας στον κρατικό προϋπολογισμό, κατάργηση φόρου 10% σε μισθώματα εκκλησίας από εκμίσθωση γαιών και οικοδομών εμπορικού χαρακτήρα, διεύρυνση φοροαπαλλαγών με εξαίρεση από φόρο αυτομάτου υπερτιμήματος και στο τέλος συναλλαγής για ναούς και μονές). Ζητά, λοιπόν, συμπληρωματικά την κατάργηση των ως άνω ρυθμίσεων. (βλ ερώτηση του στη Βουλή του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Γ. Ψαριανού).
Συνεπώς, η αριστερά συμφωνεί με τη προεκλογική διακήρυξη του ΠΑΣΟΚ, μόνον που ζητά κάποιες πρόσθετες φορολογίες στην περιουσία και τις εμπορικές συναλλαγές της Εκκλησίας.
Βεβαίως, η εκκλησιαστική περιουσία εκτός από τα εκμεταλλεύσιμα ακίνητα της Ιεράς Συνόδου [Κεντρική Διοίκηση στην οποία δεν περιλαμβάνονται μητροπόλεις, ναοί, μονές κ.α. 10.000 Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ)] και κάποια κινητή περιουσία που διαθέτει, περιλαμβάνει και την ανεκμετάλλευτη ακίνητη περιουσία 1,3 εκατομμυρίων στρεμμάτων (βοσκότοποι, δασικές εκτάσεις και γεωργικές εκμεταλλεύσεις) και 0,4 εκατομμυρίων στρεμμάτων που είναι τα διακατεχόμενα.
Γι’ αυτό και μαζί με τις 2.500 μονές και τη περιουσία τους, ορισμένοι ανεβάζουν το μέγεθος της εκκλησιαστικής περιουσίας σε πολύ υψηλότερα επίπεδα (οι εκτιμήσεις ποικίλλουν από 2 δις έως 15 δις ευρώ). Ενδεικτικά αναφέρω ένα παράδειγμα που βρήκα στο ‘Πάρε-Δώσε’ (15-3-09, http://www.pare-dose.net/blog/?p=2670) σύμφωνα με το οποίο ‘Πέντε μονές που προσέφυγαν στα ευρωπαϊκά δικαστήρια εναντίον του νόμου Τρίτση αποτιμούσαν τα περιουσιακά τους στοιχεία στο αστρονομικό ποσό των 8 τρισ. δρχ. (!!!).
Και μάλιστα το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο τους επιδίκασε το ποσό των 3 τρισ. δρχ. Μπορεί να φανταστεί κανείς ότι εάν η περιουσία των 5 μονών άγγιζε πριν μια 20ετία τα 3 ή 8 τρισ. δρχ., τότε πώς μπορεί κανείς να υπολογίσει την περιουσία των 2.500 μοναστηριών και ναών σε όλη τη χώρα;’ Τρία τρις. δραχμών ισοδυναμούν με 9 περίπου δις ευρώ και σε πάνω από 15 δις σε σημερινές τιμές. Και το ποσό αυτό αφορούσε μόλις 5 μονές !!!
Αντιλαμβάνεται εύκολα συνεπώς κανείς ποιός είναι ο λόγος που η Εκκλησία επιμένει πως η φορολόγηση πρέπει να αφορά την εκμεταλλεύσιμη περιουσία της, ενώ για τα 10.000 ΝΠΔΔ δηλώνει επισήμως ότι δεν γνωρίζει τα περιουσιακά στοιχεία των μονών, των μητροπόλεων και των ναών διότι κάθε μητρόπολη, μονή και ναός έχει τη δική του οικονομική διαχείριση. Συμπληρώνει, δε, πως κάθε Μονή και κάθε Ιερός Ναός που είναι ΝΠΔΔ, μεριμνούν για τη συνήθως μικρή περιουσία που έχουν, φροντίζοντας για την έντιμη διαχείρισή της και τηρώντας τις αυστηρές διατάξεις που ισχύουν για τα νομικά πρόσωπα. Η διαχείριση αυτή υπόκειται σε τακτικό έλεγχο τόσο από την Εκκλησία όσο και από τα αρμόδια όργανα της Πολιτείας (βλ Εστία 21/7/2000 και Ελεύθερη Ώρα 21/8/2000). Τέλος, όλη αυτή η περιουσία που υπάρχει, τα στελέχη της Εκκλησίας, προσπαθούν να πείσουν ότι αξιοποιείται στην κατεύθυνση του φιλανθρωπικού έργου.
Βεβαίως, τέτοιος έλεγχος δεν υπάρχει γιατί εάν υπήρχε δεν θα είχαμε φαινόμενα τύπου Μονής Βατοπεδίου κ.α., ενώ το φιλανθρωπικό έργο που αναμφίβολα υπάρχει από τμήμα της Εκκλησίας σκιάζεται, ωστόσο, από την πλειάδα μητροπολιτών που έχουν κατηγορηθεί για τεράστιες επιχειρηματικές δραστηριότητες. Θυμίζουμε πως η Εκκλησία της Ελλάδος φέρεται μεταξύ άλλων να διαθέτει περίπου οκτακόσια (800) κτήρια με γραφεία, καταστήματα, εμπορικά κέντρα, ξενοδοχεία, ακόμα και μισθωμένα βενζινάδικα. Όσον αφορά δε την ρευστότητα της Εκκλησίας της Ελλάδος, υπολογίζεται σε μερικές δεκάδες (ίσως και εκατοντάδες) εκατομμύρια ευρώ.
Ταυτόχρονα η Εκκλησία της Ελλάδος έχει συστήσει δύο Ανώνυμες Εταιρίες (Α.Ε.), μία για την διαχείριση κοινοτικών κονδυλίων, με την επωνυμία «Υποστήριξη Επιχειρησιακών και Χρηματοδοτικών Προγραμμάτων Μελετών και Έργων, Ανώνυμη Εταιρία» και μία για την διαχείριση της περιουσίας της. Για όλη αυτή την επίσημη επιχειρηματική της δραστηριότητα η Εκκλησία δήλωσε το 2008 έσοδα 20 εκατομμυρίων ευρώ ή 15.000 ευρώ ανά εμπορικό ακίνητο ετησίως ή 1300 ευρώ μηνιαίως. Δεν νομίζω πως για τα φιλέτα που περιλαμβάνει η εκμεταλλεύσιμη ακίνητη εκκλησιαστική περιουσία είναι δυνατόν να αντιστοιχεί μία παρόμοια εικόνα μικροϊδιοκτήτη και μικροεισοδηματία στην Εκκλησία…
Κανένας φόρος στην εκκλησιαστική περιουσία αλλά…(μέρος 2)
Έχοντας, ήδη μία γενική εικόνα για τη κατάσταση της εκκλησιαστικής περιουσίας ας επανέλθουμε στο ‘Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω’ του εκπροσώπου της Εκκλησίας Μητροπολίτη Ιωαννίνων.
Βασικό του επιχείρημα είναι το ότι η Εκκλησία προτίθεται να συνεισφέρει οικονομικά μόνο για την αντιμετώπιση εθνικών καταστροφών. “Δεν υπάρχει πόλεμος ή θεομηνία για να συνεισφέρουμε. Καλούμαστε, αντίθετα, να συνεισφέρουμε για τις ανύπαρκτες οικονομικές πολιτικές. Δεν θα πληρώσουμε εμείς τα σπασμένα άλλων” τόνισε ο μητροπολίτης Ιωαννίνων.
‘Η Εκκλησία δεν θέλει να αρνηθεί τη συμμετοχή της στους φόρους, αλλά οι φόροι αυτοί θα πρέπει να είναι πάνω στην περιουσία που μπορεί να εκμεταλλευτεί η Εκκλησία και με όσα ισχύουν για τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου. Ο Νόμος μας τοποθετεί στην ιδιότητα των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Δεν είμαστε ίδρυμα’. Τέλος, όσον αφορά στο διαχωρισμό κράτους-εκκλησίας κατέληξε πως “μακάρι να είχε γίνει. Έτσι κι εγώ δεν θα είχα παπάδες που θα μου έλεγαν ότι είναι δημόσιοι υπάλληλοι. Μπορεί να είχα λιγότερους, αλλά θα ήταν παπάδες. Φταίμε όμως κι εμείς. Γιατί πολλές φορές κάναμε από άμβωνα, πολιτική”.
Προκαλεί εντύπωση έως αποστροφή ο ισχυρισμός ότι η Εκκλησία νιώθει πως καλείται να πληρώσει για ‘ανύπαρκτες οικονομικές πολιτικές’ δηλώνοντας μάλιστα πως ‘δεν προτίθεται να πληρώσει τα σπασμένα των άλλων’.
Μα, όπως διαπιστώσαμε (1ο μέρος), χάρις σε αυτές τις ανύπαρκτες οικονομικές πολιτικές ήταν που κατόρθωσε η Εκκλησία στη διάρκεια της τελευταίας 10ετίας να απαλλαγεί από κάθε είδους συμπληρωματική φορολογία σε σημείο που να λοιδωρείται σήμερα για την παντελή έλλειψη συμμετοχής της στα φορολογικά βάρη που επωμίζονται οι έλληνες εργαζόμενοι. Τι είδους παράδειγμα δίνει, άραγε, η Εκκλησία στους έλληνες πολίτες όταν κατηγορηματικά δηλώνει πως ‘δεν προτίθεται να πληρώσει τα σπασμένα άλλων’ ; Μήπως, είναι βλάκες και υποζύγια οι έλληνες εργαζόμενοι που καλούνται αυτοί να πληρώσουν από το υστέρημά τους ;
Όμως, ακόμη πιο εκπληκτικό είναι το επιχείρημα που επιστρατεύει η Εκκλησία για να αποφύγει κάθε αύξηση της συμμετοχής της στα φορολογικά βάρη. Λέγει, δηλαδή, πως μόνο στη περίπτωση εθνικής καταστροφής (πόλεμος, θεομηνία) πρέπει η Εκκλησία να συνεισφέρει. Εάν, δηλαδή, πρόκειται για την αποφυγή μιας εθνικής καταστροφής δεν νοείται δική της συμμετοχή ;
Μόνο κατασταλτικά αντιλαμβάνεται την ανάγκη συμμετοχής της ; Όχι προληπτικά ; Δεν έχει συνειδητοποιήσει ότι η ελληνική οικονομία βρίσκεται στο χείλος της πτώχευσης και ότι όλα τα μέτρα που λαμβάνονται εφεξής είναι εκτάκτου ανάγκης ; Δεν έχει αντιληφθεί 1,5 χρόνο τώρα από την πορεία των επιχειρήσεων και επενδύσεών της πως η παγκόσμια οικονομία παραλίγο να καταποντισθεί και ακόμη και τώρα δεν έχει διαφύγει τον κίνδυνο ; Πως αντιμετωπίζουμε την μεγαλύτερη οικονομική κρίση από το 1929 ; Μήπως θα έπρεπε σε αντιστάθμιση του μαθήματος των θρησκευτικών στα σχολεία να εισάγουμε το μάθημα των οικονομικών στις ιερατικές σχολές ;
Η απέχθεια που αισθάνεται η Εκκλησία στην ιδέα της αύξησης της φορολογίας επί της περιουσίας της δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τις συνήθεις αναφορές περί απώλειας από το 1830 έως σήμερα με εκβιασμούς, καταπατήσεις, παραχωρήσεις κλπ του 96% της περιουσίας της ! Γιατί ότι ‘απέκτησε’ η Εκκλησία στη διάρκεια αιώνων με την έγκριση, επικύρωση ή δωρεά προηγούμενων εξουσιών (οθωμανικής, βυζαντινής) δεν αφορά και δεν δεσμεύει το νεοσύστατο ελληνικό κράτος το οποίο αναδείχθηκε μέσα από μία εθνική επανάσταση με σκοπό να υπηρετήσει ακριβώς το έθνος που εξεγέρθηκε.
Και το οποίο Κράτος, εάν το ήθελε, θα μπορούσε να δημεύσει την εκκλησιαστική περιουσία. Βεβαίως, το ελληνικό Κράτος συμφώνησε να αποζημιώσει την Εκκλησία για τις απαλλοτριώσεις που αποφάσισε. Και επειδή δεν μπόρεσε οικονομικά να την αποζημιώσει πλήρως κατά τα συμφωνηθέντα, αποφάσισε να αναλάβει την μισθοδότηση των κληρικών. Δηλαδή ανέλαβε την μισθοδοσία των κληρικών για το τμήμα εκείνο της αποζημίωσης που δεν καταβλήθηκε στο μεσοπόλεμο. Η Εκκλησία ισχυρίζεται πως ανέλαβε επ’ άπειρον τη μισθοδοσία. Όμως, πως είναι δυνατόν για ένα συγκεκριμένο αντίτιμο που δεν κατεβλήθη στην ώρα του να αναλαμβάνει το Κράτος μία ‘επ’ άπειρον’ υποχρέωση ; Από το 1952 έως σήμερα έχουν περάσει 57 συναπτά έτη στη διάρκεια των οποίων οι έλληνες φορολογούμενοι συντηρούν το σώμα των κληρικών. Η όποια υποχρέωση είχε τότε αναληφθεί σήμερα πρέπει να έχει καλυφθεί με το παραπάνω.
Ερχόμαστε, λοιπόν, στο κρίσιμο τελευταίο σημείο των δηλώσεων του Μητροπολίτη Ιωαννίνων όσον αφορά στο διαχωρισμό κράτους-εκκλησίας. Ο Θεόκλητος κατέληξε επ’ αυτού πως «μακάρι να είχε γίνει. Έτσι κι εγώ δεν θα είχα παπάδες που θα μου έλεγαν ότι είναι δημόσιοι υπάλληλοι. Μπορεί να είχα λιγότερους, αλλά θα ήταν παπάδες». Σε αυτό το σημείο δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο. Και αφού δεν είναι κάτι που δεν μπορεί να αλλάξει και να γίνει σήμερα ο διαχωρισμός κράτους-εκκλησίας, προτείνω τα εξής : η Εκκλησία να απαλλαχθεί εφεξής από κάθε είδους φορολογία και το Κράτος να απαλλαγεί από την υποχρέωση να μισθοδοτεί τον κλήρο.
Η Εκκλησία δικαιούται να διαθέτει περιουσία και οφείλει να την αξιοποιήσει επιχειρηματικά εφόσον πρόκειται να ζήσει από αυτήν. Με την πλήρη απαλλαγή της από κάθε υποχρέωση φοροδότησης για την ιδιοκτησία και τις συναλλαγές της αποκτά ισχυρό κίνητρο να εκμεταλλευτεί προσοδοφόρα την υφιστάμενη περιουσία της και να είναι εφεξής οικονομικά αυτοδύναμη. Ακόμη καλύτερα για την Εκκλησία και το ποίμνιό της, θα πραγματοποιηθεί η ευχή του Μητροπολίτη Ιωαννίνων και τόσων ελλήνων οι παπάδες να μην είναι και να μην συμπεριφέρονται σαν δημόσιοι υπάλληλοι.
Από την πλευρά του το Κράτος θα εξέλθει πολλαπλά ωφελημένο. Γιατί θα έχει προχωρήσει σε μία πραγματικά χρήσιμη για όλους αποκρατικοποίηση, αυτή της Εκκλησίας. Και η οικονομική του ελάφρυνση θα είναι πολλαπλάσια της όποιας αύξησης της φορολογίας επί της εκκλησιαστικής περιουσίας. Γιατί αντί να αυξήσει τα έσοδά του από τη συγκεκριμένη φορολογία κατά 1,3 εκατομμύρια όπως τώρα σχεδιάζει και θέλει να συζητήσει με την Εκκλησία (δηλαδή από 800.000 σε 2,1 εκατομμύρια) θα μειώσει τις δαπάνες του κατά 308 εκατομμύρια όσα δηλαδή ήταν to 2008 τα χρήματα που κατέβαλε ο κρατικός Προϋπολογισμός για μισθούς και επιχορηγήσεις στην Εκκλησία !
Εξοικονόμηση χρημάτων δεν αναζητεί απεγνωσμένα το Υπουργείο Οικονομίας ; Ας ξεκινήσει, λοιπόν, με την Εκκλησία. Όχι, όμως από την πλευρά της φορολογίας, αλλά από την πλευρά των δαπανών. Η διαφορά είναι τεράστια για να περάσει απαρατήρητη…
Κώστας Καλλωνιάτης, Ελευθεροτυπία
http://www.epam-thess.net
‘Η Εκκλησία δεν θέλει να αρνηθεί τη συμμετοχή της στους φόρους, αλλά οι φόροι αυτοί θα πρέπει να είναι πάνω στην περιουσία που μπορεί να εκμεταλλευτεί η Εκκλησία και με όσα ισχύουν για τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου. Ο Νόμος μας τοποθετεί στην ιδιότητα των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Δεν είμαστε ίδρυμα’. Τέλος, όσον αφορά στο διαχωρισμό κράτους-εκκλησίας κατέληξε πως “μακάρι να είχε γίνει. Έτσι κι εγώ δεν θα είχα παπάδες που θα μου έλεγαν ότι είναι δημόσιοι υπάλληλοι. Μπορεί να είχα λιγότερους, αλλά θα ήταν παπάδες. Φταίμε όμως κι εμείς. Γιατί πολλές φορές κάναμε από άμβωνα, πολιτική”.
Προκαλεί εντύπωση έως αποστροφή ο ισχυρισμός ότι η Εκκλησία νιώθει πως καλείται να πληρώσει για ‘ανύπαρκτες οικονομικές πολιτικές’ δηλώνοντας μάλιστα πως ‘δεν προτίθεται να πληρώσει τα σπασμένα των άλλων’.
Μα, όπως διαπιστώσαμε (1ο μέρος), χάρις σε αυτές τις ανύπαρκτες οικονομικές πολιτικές ήταν που κατόρθωσε η Εκκλησία στη διάρκεια της τελευταίας 10ετίας να απαλλαγεί από κάθε είδους συμπληρωματική φορολογία σε σημείο που να λοιδωρείται σήμερα για την παντελή έλλειψη συμμετοχής της στα φορολογικά βάρη που επωμίζονται οι έλληνες εργαζόμενοι. Τι είδους παράδειγμα δίνει, άραγε, η Εκκλησία στους έλληνες πολίτες όταν κατηγορηματικά δηλώνει πως ‘δεν προτίθεται να πληρώσει τα σπασμένα άλλων’ ; Μήπως, είναι βλάκες και υποζύγια οι έλληνες εργαζόμενοι που καλούνται αυτοί να πληρώσουν από το υστέρημά τους ;
Όμως, ακόμη πιο εκπληκτικό είναι το επιχείρημα που επιστρατεύει η Εκκλησία για να αποφύγει κάθε αύξηση της συμμετοχής της στα φορολογικά βάρη. Λέγει, δηλαδή, πως μόνο στη περίπτωση εθνικής καταστροφής (πόλεμος, θεομηνία) πρέπει η Εκκλησία να συνεισφέρει. Εάν, δηλαδή, πρόκειται για την αποφυγή μιας εθνικής καταστροφής δεν νοείται δική της συμμετοχή ;
Μόνο κατασταλτικά αντιλαμβάνεται την ανάγκη συμμετοχής της ; Όχι προληπτικά ; Δεν έχει συνειδητοποιήσει ότι η ελληνική οικονομία βρίσκεται στο χείλος της πτώχευσης και ότι όλα τα μέτρα που λαμβάνονται εφεξής είναι εκτάκτου ανάγκης ; Δεν έχει αντιληφθεί 1,5 χρόνο τώρα από την πορεία των επιχειρήσεων και επενδύσεών της πως η παγκόσμια οικονομία παραλίγο να καταποντισθεί και ακόμη και τώρα δεν έχει διαφύγει τον κίνδυνο ; Πως αντιμετωπίζουμε την μεγαλύτερη οικονομική κρίση από το 1929 ; Μήπως θα έπρεπε σε αντιστάθμιση του μαθήματος των θρησκευτικών στα σχολεία να εισάγουμε το μάθημα των οικονομικών στις ιερατικές σχολές ;
Η απέχθεια που αισθάνεται η Εκκλησία στην ιδέα της αύξησης της φορολογίας επί της περιουσίας της δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τις συνήθεις αναφορές περί απώλειας από το 1830 έως σήμερα με εκβιασμούς, καταπατήσεις, παραχωρήσεις κλπ του 96% της περιουσίας της ! Γιατί ότι ‘απέκτησε’ η Εκκλησία στη διάρκεια αιώνων με την έγκριση, επικύρωση ή δωρεά προηγούμενων εξουσιών (οθωμανικής, βυζαντινής) δεν αφορά και δεν δεσμεύει το νεοσύστατο ελληνικό κράτος το οποίο αναδείχθηκε μέσα από μία εθνική επανάσταση με σκοπό να υπηρετήσει ακριβώς το έθνος που εξεγέρθηκε.
Και το οποίο Κράτος, εάν το ήθελε, θα μπορούσε να δημεύσει την εκκλησιαστική περιουσία. Βεβαίως, το ελληνικό Κράτος συμφώνησε να αποζημιώσει την Εκκλησία για τις απαλλοτριώσεις που αποφάσισε. Και επειδή δεν μπόρεσε οικονομικά να την αποζημιώσει πλήρως κατά τα συμφωνηθέντα, αποφάσισε να αναλάβει την μισθοδότηση των κληρικών. Δηλαδή ανέλαβε την μισθοδοσία των κληρικών για το τμήμα εκείνο της αποζημίωσης που δεν καταβλήθηκε στο μεσοπόλεμο. Η Εκκλησία ισχυρίζεται πως ανέλαβε επ’ άπειρον τη μισθοδοσία. Όμως, πως είναι δυνατόν για ένα συγκεκριμένο αντίτιμο που δεν κατεβλήθη στην ώρα του να αναλαμβάνει το Κράτος μία ‘επ’ άπειρον’ υποχρέωση ; Από το 1952 έως σήμερα έχουν περάσει 57 συναπτά έτη στη διάρκεια των οποίων οι έλληνες φορολογούμενοι συντηρούν το σώμα των κληρικών. Η όποια υποχρέωση είχε τότε αναληφθεί σήμερα πρέπει να έχει καλυφθεί με το παραπάνω.
Ερχόμαστε, λοιπόν, στο κρίσιμο τελευταίο σημείο των δηλώσεων του Μητροπολίτη Ιωαννίνων όσον αφορά στο διαχωρισμό κράτους-εκκλησίας. Ο Θεόκλητος κατέληξε επ’ αυτού πως «μακάρι να είχε γίνει. Έτσι κι εγώ δεν θα είχα παπάδες που θα μου έλεγαν ότι είναι δημόσιοι υπάλληλοι. Μπορεί να είχα λιγότερους, αλλά θα ήταν παπάδες». Σε αυτό το σημείο δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο. Και αφού δεν είναι κάτι που δεν μπορεί να αλλάξει και να γίνει σήμερα ο διαχωρισμός κράτους-εκκλησίας, προτείνω τα εξής : η Εκκλησία να απαλλαχθεί εφεξής από κάθε είδους φορολογία και το Κράτος να απαλλαγεί από την υποχρέωση να μισθοδοτεί τον κλήρο.
Η Εκκλησία δικαιούται να διαθέτει περιουσία και οφείλει να την αξιοποιήσει επιχειρηματικά εφόσον πρόκειται να ζήσει από αυτήν. Με την πλήρη απαλλαγή της από κάθε υποχρέωση φοροδότησης για την ιδιοκτησία και τις συναλλαγές της αποκτά ισχυρό κίνητρο να εκμεταλλευτεί προσοδοφόρα την υφιστάμενη περιουσία της και να είναι εφεξής οικονομικά αυτοδύναμη. Ακόμη καλύτερα για την Εκκλησία και το ποίμνιό της, θα πραγματοποιηθεί η ευχή του Μητροπολίτη Ιωαννίνων και τόσων ελλήνων οι παπάδες να μην είναι και να μην συμπεριφέρονται σαν δημόσιοι υπάλληλοι.
Από την πλευρά του το Κράτος θα εξέλθει πολλαπλά ωφελημένο. Γιατί θα έχει προχωρήσει σε μία πραγματικά χρήσιμη για όλους αποκρατικοποίηση, αυτή της Εκκλησίας. Και η οικονομική του ελάφρυνση θα είναι πολλαπλάσια της όποιας αύξησης της φορολογίας επί της εκκλησιαστικής περιουσίας. Γιατί αντί να αυξήσει τα έσοδά του από τη συγκεκριμένη φορολογία κατά 1,3 εκατομμύρια όπως τώρα σχεδιάζει και θέλει να συζητήσει με την Εκκλησία (δηλαδή από 800.000 σε 2,1 εκατομμύρια) θα μειώσει τις δαπάνες του κατά 308 εκατομμύρια όσα δηλαδή ήταν to 2008 τα χρήματα που κατέβαλε ο κρατικός Προϋπολογισμός για μισθούς και επιχορηγήσεις στην Εκκλησία !
Εξοικονόμηση χρημάτων δεν αναζητεί απεγνωσμένα το Υπουργείο Οικονομίας ; Ας ξεκινήσει, λοιπόν, με την Εκκλησία. Όχι, όμως από την πλευρά της φορολογίας, αλλά από την πλευρά των δαπανών. Η διαφορά είναι τεράστια για να περάσει απαρατήρητη…
Κώστας Καλλωνιάτης, Ελευθεροτυπία
http://www.epam-thess.net