Κυριακή 8 Μαΐου 2011

Η Ελλάς .... περιορισμένης κυριαρχίας!

Πριν αρκετά χρόνια, όταν οι ΗΠΑ με πρόεδρο τον Μπούς (πατέρα) εισέβαλαν στο Ιρακ, το BBC μετέδιδε συνέντευξη γνωστών Άγγλων φιλολόγων, οι οποίοι αντί αναλύσεως των γεγονότων διάβασαν σε Αγγλική μετάφραση τον περίφημο Διάλογο των Μηλίων και των Αθηναίων από το πέμπτο βιβλίο του Θουκυδίδη. Κι αυτό γιατί εδώ συμπυκνώνεται η ουσία των διεθνών σχέσεων και ιδιαίτερα των σχέσεων μεταξύ κρατών με φανερή ανισορροπία των στρατιωτικών, πολιτικών και οικονομικών δυνάμεων.


Οι Μήλιοι δεν ήθελαν να ενταχθούν στην Αθηναϊκή συμμαχία (ηγεμονία), όπως έκαναν όλα τα άλλα νησιά, επειδή ήταν άποικοι των Λακεδαιμονίων. Αρχικά λοιπόν τηρούντες ουδέτερη στάση είχαν την ησυχία τους, αυτό όμως δεν διήρκεσε για πολύ, αφού οι Αθηναίοι δεν μπορούσαν να ανεχθούν την ουδετερότητά τους και γι’ αυτό εισέβαλαν στη Μήλο με 38 πολεμικά πλοία, 2.700 οπλίτες, τριακόσιους τοξότες και 20 ιπποτοξότες. Προτού αρχίσουν την πολιορκία, οι στρατηγοί Κλεομήδης και Τεισίας έστειλαν πρέσβεις, τους οποίους οι Μήλιοι οδήγησαν ενώπιον των αρχόντων και όχι του λαού, για να συζητήσουν την όλη κατάσταση.


«Επειδή ο λόγος μας δεν απευθύνεται στο πλήθος, για να μην εξαπατηθεί ο λαός από μας, αφού ακούσει μια και μοναδική φορά λόγια ελκυστικά και ανεξέλεγκτα, επειδή θα μιλήσουμε με ένα συνεχή χωρίς διακοπές λόγο (γιατί αυτός νομίζουμε ότι είναι ο λόγος για τον οποίo μας οδηγήσατε μπροστά στους λίγους), εσείς που είστε εδώ εξετάστε το ζήτημα με μεγαλύτερη προσοχή για να μην εξαπατηθείτε. Να αποφασίσετε κρίνοντας το καθετί ξεχωριστά και ούτε εσείς να μιλήσετε με ένα συνεχή λόγο, αλλά να μας διακόπτετε και να παίρνετε το λόγο κάθε φορά που κάτι από αυτά που συζητάμε δεν σας αρέσουν. Πέστε μας λοιπόν, αν συμφωνείτε με αυτά που λέμε».


Λόγια ωραία, βέβαια, στην αρχή από τους Αθηναίους συνομιλητές, που δείχνουν μια σχετική επιείκεια καθώς και μια καλή εντύπωση, σαφώς παραπλανητική όμως, ότι το ζήτημα μπορεί να λυθεί με διαπραγμάτευση και με βάση τον διάλογο. «Η καλή διάθεση που έχετε να αναλύσουμε και να εξηγήσουμε ειρηνικά ο ένας στον άλλο το ζήτημα δεν είναι μεμπτή. Ωστόσο, το ότι τα πολεμικά στρατεύματά σας είναι εδώ παρόντα και όχι μελλοντικά είναι εντελώς διαφορετικό από την καλή διάθεση που δείχνετε. Γιατί βλέπουμε ότι εσείς ήρθατε εδώ για να κρίνετε όσα θα ειπωθούν και το αποτέλεσμα της συζήτησης θα είναι εξαρτημένο, φυσικά, από αυτά, δηλαδή αν σας νικήσουμε με βάση το δίκιο μας και αν γι’ αυτό το λόγο δεν υποχωρήσουμε, θα μας φέρει πόλεμο, ενώ, αν πεισθούμε σε αυτά που μας λέτε, δουλεία».


Η απάντηση των Μηλίων δεν αφήνει αμφιβολίες για την πρόθεση των Αθηναίων. Στα λόγια δείχνουν επιεικείς και καλή διάθεση, έτοιμοι δήθεν να συζητήσουν και να βρούν λύση του ζητήματος. Στην πράξη όμως ήδη έχουν εισβάλει με τις στρατιωτικές τους δυνάμεις στη Μήλο και οι συνομιλίες τους είναι απλά ένα έντεχνα κεκαλυμμένο τελεσίγραφο υποταγής και παραδόσεως.


Αυτό διαφαίνεται από την εν συνεχεία απάντηση των Αθηναίων: «Αν έχετε έρθει εδώ, για να κάνετε υποθέσεις για το μέλλον ή για οτιδήποτε άλλο παρά για να σκεφθείτε για τη σωτηρία της πόλης σας με βάση τη σημερινή πραγματικότητα και αυτά που βλέπετε μπροστά στα μάτια σας, σταματάμε τη συζήτηση. Αν όμως γι’ αυτό, δηλαδή τη σωτηρία της πόλεώς σας, τότε συνεχίζουμε τη συζήτηση».


Τί να κάνουν οι Μήλιοι μπροστά σε αυτή την τραγική κατάσταση και αυτό το τελεσίγραφο; Δεν έχουν άλλη επιλογή από τη συνέχιση της συζήτησης. Οι Αθηναίοι αμέσως μετά, απροκάλυπτα, φανερώνουν τις προθέσεις τους, απορρίπτοντας προκαταβολικά τα όποια επιχειρήματα των Μηλίων και προβάλλοντας το δίκαιο του ισχυροτέρου.


«Εμείς λοιπόν δεν θα μακρηγορήσουμε χρησιμοποιώντας ωραία λόγια που εξ άλλου δεν πρόκειται να τα πιστέψετε, ότι δηλαδή δίκαια έχουμε την ηγεμονία, αφού συντρίψαμε τους Πέρσες, ή ότι τώρα ερχόμαστε να σας τιμωρήσουμε, επειδή μας αδικείτε, ούτε και σεις με τη σειρά σας θα μας πείσετε λέγοντας ότι, παρόλο που είστε άποικοι των Λακεδαιμονίων, δεν εκστρατεύσατε εναντίον μας ή ότι δεν μας βλάψατε σε τίποτα. Ο καθένας μας πρέπει προσπαθήσει να κάνει εκείνα που μπορεί λαμβάνοντας υπόψη αυτό που πραγματικά πιστεύει. Το λέμε αυτό γνωρίζοντας και εμείς και εσείς καλά ότι, με βάση την ανθρώπινη λογική το δίκαιο κρίνεται, όταν και τα δύο μέρη έχουν ίσα αναγκαστικά μέσα, διαφορετικά αυτοί που έχουν περισσότερη δύναμη κάνουν αυτά που μπορούν, ενώ αυτοί που είναι πιο αδύναμοι υποχωρούν».


Μάταια οι Μήλιοι προσπαθούν να πείσουν με βάση το δίκαιο, αφού οι παντοδύναμοι Αθηναίοι θέτουν ως βάση της συζητήσεως το του κρείττονος συμφέρον, και επομένως την παράδοση και την υποταγή σ’ αυτούς. Καλούν τους Μηλίους να δείξουν «σωφροσύνη», η υποχώρησή τους μποστά στους Αθηναίους που είναι πολύ ισχυρότεροι δεν θα τους «ντροπιάσει», αφού η υποταγή τους θα σημάνει και τη σωτηρία της πόλης τους. Το να αντισταθούν, το να επιλέξουν την αντίσταση και τον πόλεμο και όχι την ασφάλεια, είναι «αλογία της διανοίας», δηλαδή παραλογισμός, και «άνοια» (ανοησία).


Μετά από αρκετή συζήτηση, στην οποία οι αντίπαλοι εκθέτουν τις απόψεις τους και εμμένουν στις θέσεις τους και μετά την αποχώρηση των Αθηναίων πρέσβεων, οι Μήλιοι δίνουν την τελική τους υπερήφανη απάντηση. «Μένουμε σταθεροί στην απόφαση που πήραμε από την αρχή, Αθηναίοι, και δεν θα αφαιρέσουμε την ελευθερία από μια πόλη που κατοικείται εδώ και εφτακόσια χρόνια, αλλά θα προσπαθήσουμε να τη σώσουμε με πίστη στην τύχη της που εξαρτάται από τους θεούς και με τη βοήθεια των ανθρώπων και προπαντός των Λακεδαιμονίων. Σας προτείνουμε τη φιλία μας, την ουδετερότητά μας, και σας καλούμε να φύγετε από τη χώρα μας, αφού συνάψουμε ειρήνη που να είναι συμφέρουσα και για τα δυό μέρη».


Ποια ήταν η τύχη της Μήλου, είναι γνωστό. Οι Αθηναίοι πολιόρκησαν τους Μηλίους, οι οποίοι μετά και από κάποια προδοσία συνθηκολόγησαν, με τον όρο να αποφασίσουν οι Αθηναίοι ό,τι θέλουν. Οι Αθηναίοι σκότωσαν όλους τους Μηλίους που είχαν ηλικία πολέμου, τα παιδιά και τις γυναίκες τα πούλησαν ως δούλους, και έστειλαν και εγκαστέστησαν στο νησί πεντακόσιους αποίκους. *


Η αντιστοιχία μεταξύ αυτών των γεγονότων και των σημερινών Ελληνοτουρκικών σχέσεων είναι προφανής. Η Τουρκία εμφανίζεται με τον πανέξυπνο πρωθυπουργό της Ταγίπ Ερντογάν και τον εκφραστή του Νέο-Οθωμανισμού υπουργό των Εξωτερικών Νταβούτογλου σαν μια χώρα δημοκρατική με ισλαμικό μανδύα, που κατόρθωσε το ακατόρθωτο, δηλαδή, παρόλο που έχει υπό στρατιωτική κατοχή τη μισή Κύπρο, κράτος μέλος της ΕΕ, να εκλεγεί μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας, να γίνει μέλος του G20, να δημιουργήσει την ψευδή εντύπωση διεθνώς ότι πρόκειται για μια φιλειρηνική χώρα και ότι θέλει «μηδενικά προβλήματα» με τους γείτονές της.


Με τον όρο βέβαια «μηδενικά προβλήματα» εννοεί τη συμμόρφωση των γειτονικών της κρατών με τις ευρύτερες επιδιώξεις της και την υποταγή τους στις επιταγές και τις βουλήσεις της. Η «ειρηνόφιλη» πολιτική της Τουρκίας αποσκοπεί στην επανίδρυση μιας ιδιότυπης Οθωμανικής αυτοκρατορίας, στην οποία τα κελεύσματά της θα έχουν προτεραιότητα και στην οποία η εξουσία της θα ασκείται με πολιτικό και οικονομικό έλεγχο, με την υποστήριξη βέβαια και, όταν απαιτείται, την απειλή χρήσης της συνεχώς αυξανομένης στρατιωτικής ισχύος της.


Με αυτό το προσωπείο εμφανίζεται και στις σχέσεις της με την Ελλάδα. Στην πράξη εξακολουθεί να κατέχει την μισή Κύπρο με 40.000 στρατεύματα κατοχής, συνεχίζει τον παράνομο αποικισμό της με εκατοντάδες χιλιάδες εποίκους από την Ανατολία, παραβιάζει καθημερινά τον εθνικό εναέριο χώρο, τα αεροπλάνα της πετάνε πάνω και από κατοικημένες περιοχές και νησιά, τα πολεμικά της πλοία αλωνίζουν στο Αιγαίο και φτάνουν μέχρι το Σούνιο, στη Θράκη με κύριο όργανό της το προξενείο βυσσοδομεί εναντίον της ακεραιότητας της χώρας μας, και το casus belli (αιτία πολέμου) εξακολουθεί να ισχύει σε περίπτωση που η Ελλάδα, όπως έχει δικαίωμα από το Διεθνές Δίκαιο για τη Θάλασσα, επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα. Λόγω της στρατιωτικής της ισχύος κατόρθωσε να καταστήσει την Ελλάδα κράτος περιορισμένης κυριαρχίας, αφού, για να ασκήσει τα δικαιώματά της, πρέπει να πάρει την έγκριση της Τουρκίας.

Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς από την συνεχή υποχωρητικότητα της Ελλάδος έναντι της γείτονος; Τον εκτουρκισμό της Ίμβρου και της Τενέδου; Το πογκρόμ κατά των Ελλήνων της Κωνσταντινουπόλεως; Τη δήμευση των Ελληνικών περιουσιών στην Πόλη;Την αδυναμία της Ελλάδος να προασπίσει τα συμφέροντά της και τον Ελληνισμό στην Κύπρο το 1974; Την ανοχή της στον εποικισμό; Την άτακτη υποχώρηση στα Ίμια; Την αναγνώριση στην Τουρκία «ζωτικών συμφερόντων που αφορούν θέματα ασφαλείας και κυριαρχίας (ανακοινωθέν Μαδρίτης); Την άτακτη υποχώρηση στην εγκατάσταση των πυραύλων S-300 στην Κύπρο; Τη συμφωνία του Ελσίνκι με την οποία γίνεται αναφορά σε «μεθοριακές διενέξεις και τα συναφή θέματα»; Τις «γκρίζες ζώνες» και τα διεκδικούμενα από την Τουρκία νησιά μας; Την άνευ όρων υποστήριξη της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας στην ΕΕ; Τη συνεχή αμφισβήτηση των ανατολικών συνόρων της χώρας μας, καθώς και του καθεστώτος στο Αιγαίο; Την αδυναμία να χαράξει την ΑΟΚ σε συμφωνία με την Κύπρο και άλλες χώρες;

Δυστυχώς, πολλά από τα παραπάνω συμβαίνουν, επειδή ο εκάστοτε Έλληνας πρωθυπουργός και υπουργός των Εξωτερικών, παραγκωνίζοντας τις διπλωματικές υπηρεσίες και τα στελέχη, ασκούν προσωπική πολιτική, πιστεύοντας ότι με τα «ζεϊμπέκικα» και τις «κουμπαριές» θα λύσουν τα προβλήματα στις Ελληνοτουρκικές σχέσεις. Οφείλεται επίσης στην ανικανότητα των Ελληνικών κυβερνήσεων να προασπίσουν αποτελεσματικά τα εθνικά συμφέροντα ενισχύοντας τη στρατιωτική και οικονομική ισχύ της χώρας, αλλά και στον εφησυχασμό του λαού, ο οποίος, απορροφημένος από τα δικά του οικονομικά προβλήματα αλλά και το πνεύμα ηδονισμού που επικρατεί στην κοινωνία τις τελευταίες ιδιαίτερα δεκαετίες, αδυνατεί να κατανοήσει τους κινδύνους ή εθελοτυφλεί μπροστά σε αυτούς.


Με τη συνεχή αναβάθμιση και ενίσχυση της στρατιωτικής της ισχύος τόσο στον αέρα όσο και στη θάλασσα η Τουρκία, ιδιαίτερα μετά το 2015, θα ανατρέψει την μέχρι ένα βαθμό σημερινή ισορροπία δυνάμεων, οπότε θα μπορεί να επιβάλει τις επιδιώξεις της σε μια Ελλάδα πιο αδύναμη στρατιωτικά, οικονομικά εξαθλιωμένη, με σοβαρά εσωτερικά προβλήματα που μπορεί ανά πάσα στιγμή να οξυνθούν από εξωτερικούς παράγοντες, όπως είναι η περίπτωση της Θράκης ή οι εδαφικές βλέψεις των εθνικιστών Αλβανών.

Με την πολεμική της βιομηχανία να καλύπτει το 50% των αναγκών της, με την συμπαραγωγή και την απόκτηση 120 πολεμικών αεροσκαφών τύπου Στέλθ (F-35 JSF) και την αναβάθμιση 240 F16, την αγορά 90 επιθετικών και 100 νέων μεταφορικών ελικοπτέρων, καθώς και την επιδιωκόμενη υπεροπλία στη θάλασσα, η Τουρκία θα αποκτήσει ένα ισχυρότατο στρατιωτικό πλεονέκτημα, που είναι αμφίβολο κατά πόσο η πατρίδα μας θα μπορέσει να το αντισταθμίσει, με σοβαρότατες συνέπειες για τα εθνικά κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας μας. Οι στόχοι της Τουρίας είναι πρόδηλοι. Εξαρτάται από την πολιτική ηγεσία και το λαό μας κατά πόσο θα μπορέσει η Ελλάδα να αποφύγει την ταπεινωτική υποχώρηση και υποταγή της στους Νέο-Οθωμανικούς σχεδιασμούς.



Οι άμεσοι σχεδιασμοί για την εξισορρόπηση της στρατιωτικής ισχύος των δύο χωρών και η λήψη μέτρων για την σύντομη έξοδο από την οικονομική κρίση θα πρέπει να είναι στις προτεραιότητες της σημερινής αλλά και των επόμενων ελληνικών κυβερνήσεων, αν θέλουμε να υπερασπισθεί η χώρα μας αποτελεσματικά τα κυριαρχικά της δικαιώματα.


ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΤΣΟΥΡΗΣ, Καθηγητής Φιλολογίας Παν/μίου Ιωαννίνων

Πηγή: ΠΡΩΙΝΟΣ ΛΟΓΟΣ