Κυριακή 8 Μαΐου 2011

ΡΕΑΛΠΟΛΙΤΙΚ

Στις 23 Δεκεμβρίου και με αφορμή τα ενενηκοστά γενέθλιά του, έδωσε ο πρ. καγκελάριος Χέλμουτ Σμιτ μια συνέντευξη στη γερμανική τηλεόραση, στην οποία, μεταξύ των άλλων, προσδιόρισε τις δύο ανθρωπολογικές κατηγορίες των πολιτικών ανδρών. «Υπάρχουν», είπε, «οι ολίγοι εκείνοι, οι οποίοι διαθέτουν το χάρισμα του ηγέτη και υπάρχουν και οι άλλοι που, χωρίς απαραίτητα να προσελκύουν με τα φυσικά τους προσόντα τις μάζες, διαθέτουν ωστόσο την αίσθηση για τη ρεαλπολιτίκ. Οι πρώτοι θα περάσουν στις σελίδες της Ιστορίας, χωρίς να έχουν απαραίτητα ευεργετήσει τους συνανθρώπους τους. Οι δεύτεροι ίσως παραμείνουν τελικά αφανείς αλλά οπωσδήποτε χρήσιμοι για το κοινωνικό σύνολο σε μια δεδομένη στιγμή».


Σε τούτες τις μέρες μας, που ένας στην κυριολεξία θεομπαίχτης ρασοφόρος αποδείχτηκε τελικά υπέρτερος σε ρεαλισμό από πολλούς πολιτικούς μας, είναι, νομίζω, χρήσιμο να ανακαλέσουμε στη μνήμη μας τη σημασία του τεχνικού αυτού όρου και να αναλογισθούμε αν οι σημερινοί μας πολιτικοί άρχοντες είναι ικανοί να τον εφαρμόσουν στην πράξη.


Ο όρος «ρεαλπολιτίκ» (η πατρότητα του οποίου θα πρέπει να αποδοθεί, κατά πάσαν πιθανότητα, στον καγκελάριο Βίσμαρκ) σημαίνει τον πολιτικό ρεαλισμό, τον προσανατολισμό, δηλαδή, της πολιτικής πράξης όχι σε κάποιες υπερβατικές κατηγορίες (όπως, για παράδειγμα,τη «Θεία Βούληση») ή ιδεολογικά αξιώματα (π.χ.: «το εθνικό συμφέρον» ως ύψιστη αρχή), αλλά στις αντικειμενικές συνθήκες της τρέχουσας πραγματικότητας. Οι θεωρητικές καταβολές του πολιτικού ρεαλισμού, που έχει επικρατήσει ως σχολή σκέψης κατά τη νεότερη και πρόσφατη περίοδο, είναι τόσο παλαιές όσο και αυτός ο ίδιος ο γραπτός πολιτικός στοχασμός: από τη συγγραφή του «Πελοποννησιακού Πολέμου» από τον Θουκυδίδη (περ. 460-400 π.Χ.) μέχρι τα θεωρητικά συγγράμματα του Μακιαβέλι (1469-1527) και του Thomas Hobbes (1588-1679).


Δύο είναι οι παράγοντες, τους οποίους προϋποθέτει εξ υπαρχής ως δεδομένους ο πολιτικός ρεαλισμός: ότι, πρώτον, εκείνος ο οποίος χαράσσει τη ρεαλπολιτίκ (στην εποχή μας είναι τα πολυπρόσωπα επιτελεία πολιτικού σχεδιασμού, τα «think tanks») είναι σε θέση να συλλάβει και να κατανοήσει την τρέχουσα αντικειμενική πραγματικότητα και ότι, δεύτερον, οι ίδιοι είναι σε θέση, για να δανειστούμε εδώ τον λόγο του Σέξπιρ, «να ξεκρίνουν τη σπορά του χρόνου και να πουν ποιοι κόκκοι θα φυτρώσουν και ποιοι όχι» ή, με άλλα λόγια, να προβλέψουν στους πολιτικούς τους σχεδιασμούς την κάθε είδους εναλλακτική εξέλιξη των πραγμάτων στο μέλλον.


Στο «Ημερολόγιο ενός αφανούς» σημείωνε, το 1953, ο Ζαν Κοκτό ότι: «Η Ιστορία είναι ένας συνδυασμός του πραγματικού (reel) και του ψευδούς. Το πραγματικό μεταβάλλεται, στο διάβα της Ιστορίας, σε ψευδές, ενώ το μη-πραγματικό (irreel) του μύθου αποδεικνύεται ως αληθές». Λίγο αργότερα, το 1978, όταν ρωτήθηκε ο Andrej Sacharov, αν βλέπει να έρχονται σύντομα καλύτερες ημέρες για την πατρίδα του, απάντησε: «Οχι, δεν υπάρχει ελπίδα», προσθέτοντας, ωστόσο, μετά από λίγο: «Αλλά ο τυφλοπόντικας της Ιστορίας ανοίγει τα λαγούμια του αθόρυβα» [«New York Times», 8 Μαρτίου 1980, συνέντευξη στον Sergei Α. Kovalev]. Εντεκα χρόνια αργότερα, το μικρό τρωκτικό με το μαύρο βελούδινο τρίχωμα είχε συμπληρώσει το υπόγειο έργο του και το επιβλητικό οικοδόμημα της σοβιετικής αυτοκρατορίας, που έμοιαζε τόσο συμπαγές και αιώνιο, σωριάστηκε σαν χάρτινος πύργος από τη μια μέρα στην άλλη.

(.....)

malingoudis.blogspot.com/

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 31/12/2008